BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

μεταβιβάζομαι

передаваться

be transferred

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώμεταβιβάζομαι
εσύμεταβιβάζεσαι
αυτός/ή/όμεταβιβάζεται
εμείςμεταβιβαζόμαστε
εσείςμεταβιβάζεστε
αυτοί/ές/άμεταβιβάζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώμεταβιβάστηκα
εσύμεταβιβάστηκες
αυτός/ή/όμεαβιβάστηκε
εμείςμεταβιβαστήκαμε
εσείςματαβιβαστήκατε
αυτοί/ές/άμεταβιβάστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα μεταβιβαστώ
εσύθα μεταβιβαστείς
αυτός/ή/όθα μεταβιβαστεί
εμείςθα μεταβιβαστούμε
εσείςθα μεταβιβαστείτε
αυτοί/ές/άθα μεταβιβαστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώμεταβιβαζόμουν
εσύμεταβιβαζόσουν
αυτός/ή/όμεταβιβαζόταν
εμείςμεταβιβαζόμαστε
εσείςμεταβιβαζόσαστε
αυτοί/ές/άμεταβιβάζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα μεταβιβάζομαι
εσύθα μεταβιβάζεσαι
αυτός/ή/όθα μεταβιβάζεται
εμείςθα μεταβιβαζόμαστε
εσείςθα μεταβιβάζεστε
αυτοί/ές/άθα μεταβιβάζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω μεταβιβαστεί
εσύέχεις μεταβιβαστεί
αυτός/ή/όέχει μεταβιβαστεί
εμείςέχουμε μεταβιβαστεί
εσείςέχετε μεταβιβαστεί
αυτοί/ές/άέχουν μεταβιβαστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα μεταβιβαστεί
εσύείχες μεταβιβαστεί
αυτός/ή/όείχε μεταβιβαστεί
εμείςείχαμε μεταβιβαστεί
εσείςείχατε μεταβιβαστεί
αυτοί/ές/άείχαν μεταβιβαστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω μεταβιβαστεί
εσύθα έχεις μεταβιβαστεί
αυτός/ή/όθα έχει μεταβιβαστεί
εμείςθα έχουμε μεταβιβαστεί
εσείςθα έχετε μεταβιβαστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν μεταβιβαστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύμεταβιβάσου
εσείςμεταβιβαστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςμεταβιβάζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα μεταβιβαστώ
εσύνα μεταβιβαστείς
αυτός/ή/όνα μεταβιβαστεί
εμείςνα μεταβιβαστούμε
εσείςνα μεταβιβαστείτε
αυτοί/ές/άνα μεταβιβαστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα μεταβιβάζομαι
εσύνα μεταβιβάζεσαι
αυτός/ή/όνα μεταβιβάζεται
εμείςνα μεταβιβαζόμαστε
εσείςνα μεταβιβάζεστε
αυτοί/ές/άνα μεταβιβάζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω μεταβιβαστεί
εσύνα έχεις μεταβιβαστεί
αυτός/ή/όνα έχει μεταβιβαστεί
εμείςνα έχουμε μεταβιβαστεί
εσείςνα έχετε μεταβιβαστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν μεταβιβαστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

μεταβιβαστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα μεταβιβαστώ
εσύθα μεταβιβαστείς
αυτός/ή/όθα μεταβιβαστεί
εμείςθα μεταβιβαστούμε
εσείςθα μεταβιβαστείτε
αυτοί/ές/άθα μεταβιβαστούν