BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

μεσολαβώ

посредничать, ходатайствовать, вмешиваться

mediate, intercede, intervene

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώμεσολαβώ
εσύμεσολαβείς
αυτός/ή/όμεσολαβεί
εμείςμεσολαβούμε
εσείςμεσολαβείτε
αυτοί/ές/άμεσολαβούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώμεσολάβησα
εσύμεσολάβησες
αυτός/ή/όμεσολάβησε
εμείςμεσολαβήσαμε
εσείςμεσολαβήσατε
αυτοί/ές/άμεσολάβησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα μεσολαβήσω
εσύθα μεσολαβήσεις
αυτός/ή/όθα μεσολαβήσει
εμείςθα μεσολαβήσουμε
εσείςθα μεσολαβήσετε
αυτοί/ές/άθα μεσολαβήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώμεσολαβούσα
εσύμεσολαβούσες
αυτός/ή/όμεσολαβούσε
εμείςμεσολαβούσαμε
εσείςμεσολαβούσατε
αυτοί/ές/άμεσολαβούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα μεσολαβώ
εσύθα μεσολαβείς
αυτός/ή/όθα μεσολαβεί
εμείςθα μεσολαβούμε
εσείςθα μεσολαβείτε
αυτοί/ές/άθα μεσολαβούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω μεσολαβήσει
εσύέχεις μεσολαβήσει
αυτός/ή/όέχει μεσολαβήσει
εμείςέχουμε μεσολαβήσει
εσείςέχετε μεσολαβήσει
αυτοί/ές/άέχουν μεσολαβήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα μεσολαβήσει
εσύείχες μεσολαβήσει
αυτός/ή/όείχε μεσολαβήσει
εμείςείχαμε μεσολαβήσει
εσείςείχατε μεσολαβήσει
αυτοί/ές/άείχαν μεσολαβήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω μεσολαβήσει
εσύθα έχεις μεσολαβήσει
αυτός/ή/όθα έχει μεσολαβήσει
εμείςθα έχουμε μεσολαβήσει
εσείςθα έχετε μεσολαβήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν μεσολαβήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύμεσολάβησε
εσείςμεσολαβήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςμεσολαβείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα μεσολαβήσω
εσύνα μεσολαβήσεις
αυτός/ή/όνα μεσολαβήσει
εμείςνα μεσολαβήσουμε
εσείςνα μεσολαβήσετε
αυτοί/ές/άνα μεσολαβήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα μεσολαβώ
εσύνα μεσολαβείς
αυτός/ή/όνα μεσολαβεί
εμείςνα μεσολαβούμε
εσείςνα μεσολαβείτε
αυτοί/ές/άνα μεσολαβούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω μεσολαβήσει
εσύνα έχεις μεσολαβήσει
αυτός/ή/όνα έχει μεσολαβήσει
εμείςνα έχουμε μεσολαβήσει
εσείςνα έχετε μεσολαβήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν μεσολαβήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

μεσολαβήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

μεσολαβώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα μεσολαβούσα
εσύθα μεσολαβούσες
αυτός/ή/όθα μεσολαβούσε
εμείςθα μεσολαβούσαμε
εσείςθα μεσολαβούσατε
αυτοί/ές/άθα μεσολαβούσαν