BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

μελοποιώ

положить на музыку

set to music

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώμελοποιώ
εσύμελοποιείς
αυτός/ή/όμελοποιεί
εμείςμελοποιούμε
εσείςμελοποιείτε
αυτοί/ές/άμελοποιούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώμελοποίησα
εσύμελοποίησες
αυτός/ή/όμελοποίησε
εμείςμελοποιήσαμε
εσείςμελοποιήσατε
αυτοί/ές/άμελοποίησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα μελοποιήσω
εσύθα μελοποιήσεις
αυτός/ή/όθα μελοποιήσει
εμείςθα μελοποιήσουμε
εσείςθα μελοποιήσετε
αυτοί/ές/άθα μελοποιήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώμελοποιούσα
εσύμελοποιούσες
αυτός/ή/όμελοποιούσε
εμείςμελοποιούσαμε
εσείςμελοποιούσατε
αυτοί/ές/άμελοποιούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα μελοποιώ
εσύθα μελοποιείς
αυτός/ή/όθα μελοποιεί
εμείςθα μελοποιούμε
εσείςθα μελοποιείτε
αυτοί/ές/άθα μελοποιούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω μελοποιήσει
εσύέχεις μελοποιήσει
αυτός/ή/όέχει μελοποιήσει
εμείςέχουμε μελοποιήσει
εσείςέχετε μελοποιήσει
αυτοί/ές/άέχουν μελοποιήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα μελοποιήσει
εσύείχες μελοποιήσει
αυτός/ή/όείχε μελοποιήσει
εμείςείχαμε μελοποιήσει
εσείςείχατε μελοποιήσει
αυτοί/ές/άείχαν μελοποιήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω μελοποιήσει
εσύθα έχεις μελοποιήσει
αυτός/ή/όθα έχει μελοποιήσει
εμείςθα έχουμε μελοποιήσει
εσείςθα έχετε μελοποιήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν μελοποιήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύμελοποίησε
εσείςμελοποιήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςμελοποιείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα μελοποιήσω
εσύνα μελοποιήσεις
αυτός/ή/όνα μελοποιήσει
εμείςνα μελοποιήσουμε
εσείςνα μελοποιήσετε
αυτοί/ές/άνα μελοποιήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα μελοποιώ
εσύνα μελοποιείς
αυτός/ή/όνα μελοποιεί
εμείςνα μελοποιούμε
εσείςνα μελοποιείτε
αυτοί/ές/άνα μελοποιούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω μελοποιήσει
εσύνα έχεις μελοποιήσει
αυτός/ή/όνα έχει μελοποιήσει
εμείςνα έχουμε μελοποιήσει
εσείςνα έχετε μελοποιήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν μελοποιήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

μελοποιήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

μελοποιώντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

μελοποιημένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα μελοποιούσα
εσύθα μελοποιούσες
αυτός/ή/όθα μελοποιούσε
εμείςθα μελοποιούσαμε
εσείςθα μελοποιούσατε
αυτοί/ές/άθα μελοποιούσαν