BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

μαλώνω

ругать, выговаривать, ссориться

scold, reprimand, quarrel

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώμαλώνω
εσύμαλώνεις
αυτός/ή/όμαλώνει
εμείςμαλώνουμε
εσείςμαλώνετε
αυτοί/ές/άμαλώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώμάλωσα
εσύμάλωσες
αυτός/ή/όμάλωσε
εμείςμαλώσαμε
εσείςμαλώσατε
αυτοί/ές/άμάλωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα μαλώσω
εσύθα μαλώσεις
αυτός/ή/όθα μαλώσει
εμείςθα μαλώσουμε
εσείςθα μαλώσετε
αυτοί/ές/άθα μαλώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώμάλωνα
εσύμάλωνες
αυτός/ή/όμάλωνε
εμείςμαλώναμε
εσείςμαλώνατε
αυτοί/ές/άμάλωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα μαλώνω
εσύθα μαλώνεις
αυτός/ή/όθα μαλώνει
εμείςθα μαλώνουμε
εσείςθα μαλώνετε
αυτοί/ές/άθα μαλώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω μαλώσει
εσύέχεις μαλώσει
αυτός/ή/όέχει μαλώσει
εμείςέχουμε μαλώσει
εσείςέχετε μαλώσει
αυτοί/ές/άέχουν μαλώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα μαλώσει
εσύείχες μαλώσει
αυτός/ή/όείχε μαλώσει
εμείςείχαμε μαλώσει
εσείςείχατε μαλώσει
αυτοί/ές/άείχαν μαλώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω μαλώσει
εσύθα έχεις μαλώσει
αυτός/ή/όθα έχει μαλώσει
εμείςθα έχουμε μαλώσει
εσείςθα έχετε μαλώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν μαλώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύμάλωσε
εσείςμαλώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύμάλωνε
εσείςμαλώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα μαλώσω
εσύνα μαλώσεις
αυτός/ή/όνα μαλώσει
εμείςνα μαλώσουμε
εσείςνα μαλώσετε
αυτοί/ές/άνα μαλώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα μαλώνω
εσύνα μαλώνεις
αυτός/ή/όνα μαλώνει
εμείςνα μαλώνουμε
εσείςνα μαλώνετε
αυτοί/ές/άνα μαλώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω μαλώσει
εσύνα έχεις μαλώσει
αυτός/ή/όνα έχει μαλώσει
εμείςνα έχουμε μαλώσει
εσείςνα έχετε μαλώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν μαλώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

μαλώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

μαλώνοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

μαλωμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα μάλωνα
εσύθα μάλωνες
αυτός/ή/όθα μάλωνε
εμείςθα μαλώναμε
εσείςθα μαλώνατε
αυτοί/ές/άθα μάλωναν