BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

μαγνητίζομαι

намагничиваться

be magnetized

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώμαγνητίζομαι
εσύμαγνητίζεσαι
αυτός/ή/όμαγνητίζεται
εμείςμαγνητιζόμαστε
εσείςμαγνητίζεστε
αυτοί/ές/άμαγνητίζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώμαγνητίστηκα
εσύμαγνητίστηκες
αυτός/ή/όμαγνητίστηκε
εμείςμαγνητιστήκαμε
εσείςμαγνητιστήκατε
αυτοί/ές/άμαγνητίστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα μαγνητιστώ
εσύθα μαγνητιστείς
αυτός/ή/όθα μαγνητιστεί
εμείςθα μαγνητιστούμε
εσείςθα μαγνητιστείτε
αυτοί/ές/άθα μαγνητιστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώμαγνητιζόμουν
εσύμαγνητιζόσουν
αυτός/ή/όμαγνητιζόταν
εμείςμαγνητιζόμαστε
εσείςμαγνητιζόσαστε
αυτοί/ές/άμαγνητίζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα μαγνητίζομαι
εσύθα μαγνητίζεσαι
αυτός/ή/όθα μαγνητίζεται
εμείςθα μαγνητιζόμαστε
εσείςθα μαγνητίζεστε
αυτοί/ές/άθα μαγνητίζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω μαγνητιστεί
εσύέχεις μαγνητιστεί
αυτός/ή/όέχει μαγνητιστεί
εμείςέχουμε μαγνητιστεί
εσείςέχετε μαγνητιστεί
αυτοί/ές/άέχουν μαγνητιστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα μαγνητιστεί
εσύείχες μαγνητιστεί
αυτός/ή/όείχε μαγνητιστεί
εμείςείχαμε μαγνητιστεί
εσείςείχατε μαγνητιστεί
αυτοί/ές/άείχαν μαγνητιστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω μαγνητιστεί
εσύθα έχεις μαγνητιστεί
αυτός/ή/όθα έχει μαγνητιστεί
εμείςθα έχουμε μαγνητιστεί
εσείςθα έχετε μαγνητιστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν μαγνητιστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύμαγνητίσου
εσείςμαγνητιστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςμαγνητίζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα μαγνητιστώ
εσύνα μαγνητιστείς
αυτός/ή/όνα μαγνητιστεί
εμείςνα μαγνητιστούμε
εσείςνα μαγνητιστείτε
αυτοί/ές/άνα μαγνητιστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα μαγνητίζομαι
εσύνα μαγνητίζεσαι
αυτός/ή/όνα μαγνητίζεται
εμείςνα μαγνητιζόμαστε
εσείςνα μαγνητίζεστε
αυτοί/ές/άνα μαγνητίζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω μαγνητιστεί
εσύνα έχεις μαγνητιστεί
αυτός/ή/όνα έχει μαγνητιστεί
εμείςνα έχουμε μαγνητιστεί
εσείςνα έχετε μαγνητιστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν μαγνητιστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

μαγνητιστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα μαγνητιστώ
εσύθα μαγνητιστείς
αυτός/ή/όθα μαγνητιστεί
εμείςθα μαγνητιστούμε
εσείςθα μαγνητιστείτε
αυτοί/ές/άθα μαγνητιστούν