BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

μαγειρεύομαι

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώμαγειρεύομαι
εσύμαγειρεύεσαι
αυτός/ή/όμαγειρεύεται
εμείςμαγειρευόμαστε
εσείςμαγειρεύεστε
αυτοί/ές/άμαγειρεύονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώμαγειρεύτηκα
εσύμαγειρεύτηκες
αυτός/ή/όμαγειρεύτηκε
εμείςμαγειρευτήκαμε
εσείςμαγειρευτήκατε
αυτοί/ές/άμαγειρεύτηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα μαγειρευτώ
εσύθα μαγειρευτείς
αυτός/ή/όθα μαγειρευτεί
εμείςθα μαγειρευτούμε
εσείςθα μαγειρευτείτε
αυτοί/ές/άθα μαγειρευτούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώμαγειρευόμουν
εσύμαγειρευόσουν
αυτός/ή/όμαγειρευόταν
εμείςμαγειρευόμαστε
εσείςμαγειρευόσαστε
αυτοί/ές/άμαγειρεύονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα μαγειρεύομαι
εσύθα μαγειρεύεσαι
αυτός/ή/όθα μαγειρεύεται
εμείςθα μαγειρευόμαστε
εσείςθα μαγειρεύεστε
αυτοί/ές/άθα μαγειρεύονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω μαγειρευτεί
εσύέχεις μαγειρευτεί
αυτός/ή/όέχει μαγειρευτεί
εμείςέχουμε μαγειρευτεί
εσείςέχετε μαγειρευτεί
αυτοί/ές/άέχουν μαγειρευτεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα μαγειρευτεί
εσύείχες μαγειρευτεί
αυτός/ή/όείχε μαγειρευτεί
εμείςείχαμε μαγειρευτεί
εσείςείχατε μαγειρευτεί
αυτοί/ές/άείχαν μαγειρευτεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω μαγειρευτεί
εσύθα έχεις μαγειρευτεί
αυτός/ή/όθα έχει μαγειρευτεί
εμείςθα έχουμε μαγειρευτεί
εσείςθα έχετε μαγειρευτεί
αυτοί/ές/άθα έχουν μαγειρευτεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύμαγειρέψου
εσείςμαγειρευτείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςμαγειρεύεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα μαγειρευτώ
εσύνα μαγειρευτείς
αυτός/ή/όνα μαγειρευτεί
εμείςνα μαγειρευτούμε
εσείςνα μαγειρευτείτε
αυτοί/ές/άνα μαγειρευτούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα μαγειρεύομαι
εσύνα μαγειρεύεσαι
αυτός/ή/όνα μαγειρεύεται
εμείςνα μαγειρευόμαστε
εσείςνα μαγειρεύεστε
αυτοί/ές/άνα μαγειρεύονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω μαγειρευτεί
εσύνα έχεις μαγειρευτεί
αυτός/ή/όνα έχει μαγειρευτεί
εμείςνα έχουμε μαγειρευτεί
εσείςνα έχετε μαγειρευτεί
αυτοί/ές/άνα έχουν μαγειρευτεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

μαγειρευτεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα μαγειρευτώ
εσύθα μαγειρευτείς
αυτός/ή/όθα μαγειρευτεί
εμείςθα μαγειρευτούμε
εσείςθα μαγειρευτείτε
αυτοί/ές/άθα μαγειρευτούν