BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

κρίνω

судить, рассуждать, считать

judge, reason, consider

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώκρίνω
εσύκρίνεις
αυτός/ή/όκρίνει
εμείςκρίνουμε
εσείςκρίνετε
αυτοί/ές/άκρίνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώέκρινα
εσύέκρινες
αυτός/ή/όέκρινε
εμείςκρίναμε
εσείςκρίνατε
αυτοί/ές/άέκριναν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα κρίνω
εσύθα κρίνεις
αυτός/ή/όθα κρίνει
εμείςθα κρίνουμε
εσείςθα κρίνετε
αυτοί/ές/άθα κρίνουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώέκρινα
εσύέκρινες
αυτός/ή/όέκρινε
εμείςκρίναμε
εσείςκρίνατε
αυτοί/ές/άέκριναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα κρίνω
εσύθα κρίνεις
αυτός/ή/όθα κρίνει
εμείςθα κρίνουμε
εσείςθα κρίνετε
αυτοί/ές/άθα κρίνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω κρίνει
εσύέχεις κρίνει
αυτός/ή/όέχει κρίνει
εμείςέχουμε κρίνει
εσείςέχετε κρίνει
αυτοί/ές/άέχουν κρίνει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα κρίνει
εσύείχες κρίνει
αυτός/ή/όείχε κρίνει
εμείςείχαμε κρίνει
εσείςείχατε κρίνει
αυτοί/ές/άείχαν κρίνει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω κρίνει
εσύθα έχεις κρίνει
αυτός/ή/όθα έχει κρίνει
εμείςθα έχουμε κρίνει
εσείςθα έχετε κρίνει
αυτοί/ές/άθα έχουν κρίνει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύκρίνε
εσείςκρίνετε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύκρίνε
εσείςκρίνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα κρίνω
εσύνα κρίνεις
αυτός/ή/όνα κρίνει
εμείςνα κρίνουμε
εσείςνα κρίνετε
αυτοί/ές/άνα κρίνουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα κρίνω
εσύνα κρίνεις
αυτός/ή/όνα κρίνει
εμείςνα κρίνουμε
εσείςνα κρίνετε
αυτοί/ές/άνα κρίνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω κρίνει
εσύνα έχεις κρίνει
αυτός/ή/όνα έχει κρίνει
εμείςνα έχουμε κρίνει
εσείςνα έχετε κρίνει
αυτοί/ές/άνα έχουν κρίνει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

κρίνει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

κρίνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα έκρινα
εσύθα έκρινες
αυτός/ή/όθα έκρινε
εμείςθα κρίναμε
εσείςθα κρίνατε
αυτοί/ές/άθα έκριναν