BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

κουβεντιάζω

разговаривать, беседовать

talk, converse

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώκουβεντιάζω
εσύκουβεντιάζεις
αυτός/ή/όκουβεντιάζει
εμείςκουβεντιάζουμε
εσείςκουβεντιάζετε
αυτοί/ές/άκουβεντιάζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώκουβέντιασα
εσύκουβέντιασες
αυτός/ή/όκουβέντιασε
εμείςκουβεντιάσαμε
εσείςκουβεντιάσατε
αυτοί/ές/άκουβέντιασαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα κουβεντιάσω
εσύθα κουβεντιάσεις
αυτός/ή/όθα κουβεντιάσει
εμείςθα κουβεντιάσουμε
εσείςθα κουβεντιάσετε
αυτοί/ές/άθα κουβεντιάσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώκουβέντιαζα
εσύκουβέντιαζες
αυτός/ή/όκουβέντιαζε
εμείςκουβεντιάζαμε
εσείςκουβεντιάζατε
αυτοί/ές/άκουβέντιαζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα κουβεντιάζω
εσύθα κουβεντιάζεις
αυτός/ή/όθα κουβεντιάζει
εμείςθα κουβεντιάζουμε
εσείςθα κουβεντιάζετε
αυτοί/ές/άθα κουβεντιάζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω κουβεντιάσει
εσύέχεις κουβεντιάσει
αυτός/ή/όέχει κουβεντιάσει
εμείςέχουμε κουβεντιάσει
εσείςέχετε κουβεντιάσει
αυτοί/ές/άέχουν κουβεντιάσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα κουβεντιάσει
εσύείχες κουβεντιάσει
αυτός/ή/όείχε κουβεντιάσει
εμείςείχαμε κουβεντιάσει
εσείςείχατε κουβεντιάσει
αυτοί/ές/άείχαν κουβεντιάσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω κουβεντιάσει
εσύθα έχεις κουβεντιάσει
αυτός/ή/όθα έχει κουβεντιάσει
εμείςθα έχουμε κουβεντιάσει
εσείςθα έχετε κουβεντιάσει
αυτοί/ές/άθα έχουν κουβεντιάσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύκουβέντιασε
εσείςκουβεντιάστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύκουβέντιαζε
εσείςκουβεντιάζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα κουβεντιάσω
εσύνα κουβεντιάσεις
αυτός/ή/όνα κουβεντιάσει
εμείςνα κουβεντιάσουμε
εσείςνα κουβεντιάσετε
αυτοί/ές/άνα κουβεντιάσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα κουβεντιάζω
εσύνα κουβεντιάζεις
αυτός/ή/όνα κουβεντιάζει
εμείςνα κουβεντιάζουμε
εσείςνα κουβεντιάζετε
αυτοί/ές/άνα κουβεντιάζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω κουβεντιάσει
εσύνα έχεις κουβεντιάσει
αυτός/ή/όνα έχει κουβεντιάσει
εμείςνα έχουμε κουβεντιάσει
εσείςνα έχετε κουβεντιάσει
αυτοί/ές/άνα έχουν κουβεντιάσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

κουβεντιάσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

κουβεντιάζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα κουβέντιαζα
εσύθα κουβέντιαζες
αυτός/ή/όθα κουβέντιαζε
εμείςθα κουβεντιάζαμε
εσείςθα κουβεντιάζατε
αυτοί/ές/άθα κουβέντιαζαν