BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

κουβαλάω, κουβαλώ

нести, перевозить

carry, transport

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώκουβαλάω, κουβαλώ
εσύκουβαλάς
αυτός/ή/όκουβαλάει, κουβαλά
εμείςκουβαλάμε, κουβαλούμε
εσείςκουβαλάτε
αυτοί/ές/άκουβαλάνε, κουβαλούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώκουβάλησα
εσύκουβάλησες
αυτός/ή/όκουβάλησε
εμείςκουβαλήσαμε
εσείςκουβαλήσατε
αυτοί/ές/άκουβάλησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα κουβαλήσω
εσύθα κουβαλήσεις
αυτός/ή/όθα κουβαλήσει
εμείςθα κουβαλήσουμε
εσείςθα κουβαλήσετε
αυτοί/ές/άθα κουβαλήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώκουβαλούσα
εσύκουβαλούσες
αυτός/ή/όκουβαλούσε
εμείςκουβαλούσαμε
εσείςκουβαλούσατε
αυτοί/ές/άκουβαλούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα κουβαλάω, κουβαλώ
εσύθα κουβαλάς
αυτός/ή/όθα κουβαλάει, κουβαλά
εμείςθα κουβαλάμε, κουβαλούμε
εσείςθα κουβαλάτε
αυτοί/ές/άθα κουβαλάνε, κουβαλούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω κουβαλήσει
εσύέχεις κουβαλήσει
αυτός/ή/όέχει κουβαλήσει
εμείςέχουμε κουβαλήσει
εσείςέχετε κουβαλήσει
αυτοί/ές/άέχουν κουβαλήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα κουβαλήσει
εσύείχες κουβαλήσει
αυτός/ή/όείχε κουβαλήσει
εμείςείχαμε κουβαλήσει
εσείςείχατε κουβαλήσει
αυτοί/ές/άείχαν κουβαλήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω κουβαλήσει
εσύθα έχεις κουβαλήσει
αυτός/ή/όθα έχει κουβαλήσει
εμείςθα έχουμε κουβαλήσει
εσείςθα έχετε κουβαλήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν κουβαλήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύκουβάλησε
εσείςκουβαλήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύκουβάλα
εσείςκουβαλάτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα κουβαλήσω
εσύνα κουβαλήσεις
αυτός/ή/όνα κουβαλήσει
εμείςνα κουβαλήσουμε
εσείςνα κουβαλήσετε
αυτοί/ές/άνα κουβαλήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα κουβαλάω, κουβαλώ
εσύνα κουβαλάς
αυτός/ή/όνα κουβαλάει, κουβαλά
εμείςνα κουβαλάμε, κουβαλούμε
εσείςνα κουβαλάτε
αυτοί/ές/άνα κουβαλάνε, κουβαλούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω κουβαλήσει
εσύνα έχεις κουβαλήσει
αυτός/ή/όνα έχει κουβαλήσει
εμείςνα έχουμε κουβαλήσει
εσείςνα έχετε κουβαλήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν κουβαλήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

κουβαλήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

κουβαλώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα κουβαλούσα
εσύθα κουβαλούσες
αυτός/ή/όθα κουβαλούσε
εμείςθα κουβαλούσαμε
εσείςθα κουβαλούσατε
αυτοί/ές/άθα κουβαλούσαν