BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

κολυμπάω, κολυμπώ

неправильный

плавать

swim

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώκολυμπάω, κολυμπώ
εσύκολυμπάς
αυτός/ή/όκολυμπάει, κολυμπά
εμείςκολυμπάμε, κολυμπούμε
εσείςκολυμπάτε
αυτοί/ές/άκολυμπάνε, κολυμπούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώκολύμπησα
εσύκολύμπησες
αυτός/ή/όκολύμπησε
εμείςκολυμπήσαμε
εσείςκολυμπήσατε
αυτοί/ές/άκολύμπησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα κολυμπήσω
εσύθα κολυμπήσεις
αυτός/ή/όθα κολυμπήσει
εμείςθα κολυμπήσουμε
εσείςθα κολυμπήσετε
αυτοί/ές/άθα κολυμπήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώκολυμπούσα
εσύκολυμπούσες
αυτός/ή/όκολυμπούσε
εμείςκολυμπούσαμε
εσείςκολυμπούσατε
αυτοί/ές/άκολυμπούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα κολυμπάω, κολυμπώ
εσύθα κολυμπάς
αυτός/ή/όθα κολυμπάει, κολυμπά
εμείςθα κολυμπάμε, κολυμπούμε
εσείςθα κολυμπάτε
αυτοί/ές/άθα κολυμπάνε, κολυμπούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω κολυμπήσει
εσύέχεις κολυμπήσει
αυτός/ή/όέχει κολυμπήσει
εμείςέχουμε κολυμπήσει
εσείςέχετε κολυμπήσει
αυτοί/ές/άέχουν κολυμπήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα κολυμπήσει
εσύείχες κολυμπήσει
αυτός/ή/όείχε κολυμπήσει
εμείςείχαμε κολυμπήσει
εσείςείχατε κολυμπήσει
αυτοί/ές/άείχαν κολυμπήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω κολυμπήσει
εσύθα έχεις κολυμπήσει
αυτός/ή/όθα έχει κολυμπήσει
εμείςθα έχουμε κολυμπήσει
εσείςθα έχετε κολυμπήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν κολυμπήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύκολύμπησε
εσείςκολυμπήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύκολύμπα
εσείςκολυμπάτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα κολυμπήσω
εσύνα κολυμπήσεις
αυτός/ή/όνα κολυμπήσει
εμείςνα κολυμπήσουμε
εσείςνα κολυμπήσετε
αυτοί/ές/άνα κολυμπήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα κολυμπάω, κολυμπώ
εσύνα κολυμπάς
αυτός/ή/όνα κολυμπάει, κολυμπά
εμείςνα κολυμπάμε, κολυμπούμε
εσείςνα κολυμπάτε
αυτοί/ές/άνα κολυμπάνε, κολυμπούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω κολυμπήσει
εσύνα έχεις κολυμπήσει
αυτός/ή/όνα έχει κολυμπήσει
εμείςνα έχουμε κολυμπήσει
εσείςνα έχετε κολυμπήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν κολυμπήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

κολυμπήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

κολυμπώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα κολυμπούσα
εσύθα κολυμπούσες
αυτός/ή/όθα κολυμπούσε
εμείςθα κολυμπούσαμε
εσείςθα κολυμπούσατε
αυτοί/ές/άθα κολυμπούσαν