BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

κλιμακώνομαι

обостряться, эскалировать

escalate

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώκλιμακώνομαι
εσύκλιμακώνεσαι
αυτός/ή/όκλιμακώνεται
εμείςκλιμακωνόμαστε
εσείςκλιμακώνεστε
αυτοί/ές/άκλιμακώνονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώκλιμακώθηκα
εσύκλιμακώθηκες
αυτός/ή/όκλιμακώθηκε
εμείςκλιμακωθήκαμε
εσείςκλιμακωθήκατε
αυτοί/ές/άκλιμακώθηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα κλιμακωθώ
εσύθα κλιμακωθείς
αυτός/ή/όθα κλιμακωθεί
εμείςθα κλιμακωθούμε
εσείςθα κλιμακωθείτε
αυτοί/ές/άθα κλιμακωθούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώκλιμακωνόμουν
εσύκλιμακωνόσουν
αυτός/ή/όκλιμακωνόταν
εμείςκλιμακωνόμαστε
εσείςκλιμακωνόσαστε
αυτοί/ές/άκλιμακώνονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα κλιμακώνομαι
εσύθα κλιμακώνεσαι
αυτός/ή/όθα κλιμακώνεται
εμείςθα κλιμακωνόμαστε
εσείςθα κλιμακώνεστε
αυτοί/ές/άθα κλιμακώνονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω κλιμακωθεί
εσύέχεις κλιμακωθεί
αυτός/ή/όέχει κλιμακωθεί
εμείςέχουμε κλιμακωθεί
εσείςέχετε κλιμακωθεί
αυτοί/ές/άέχουν κλιμακωθεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα κλιμακωθεί
εσύείχες κλιμακωθεί
αυτός/ή/όείχε κλιμακωθεί
εμείςείχαμε κλιμακωθεί
εσείςείχατε κλιμακωθεί
αυτοί/ές/άείχαν κλιμακωθεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω κλιμακωθεί
εσύθα έχεις κλιμακωθεί
αυτός/ή/όθα έχει κλιμακωθεί
εμείςθα έχουμε κλιμακωθεί
εσείςθα έχετε κλιμακωθεί
αυτοί/ές/άθα έχουν κλιμακωθεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύκλιμακώσου
εσείςκλιμακωθείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςκλιμακώνεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα κλιμακωθώ
εσύνα κλιμακωθείς
αυτός/ή/όνα κλιμακωθεί
εμείςνα κλιμακωθούμε
εσείςνα κλιμακωθείτε
αυτοί/ές/άνα κλιμακωθούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα κλιμακώνομαι
εσύνα κλιμακώνεσαι
αυτός/ή/όνα κλιμακώνεται
εμείςνα κλιμακωνόμαστε
εσείςνα κλιμακώνεστε
αυτοί/ές/άνα κλιμακώνονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω κλιμακωθεί
εσύνα έχεις κλιμακωθεί
αυτός/ή/όνα έχει κλιμακωθεί
εμείςνα έχουμε κλιμακωθεί
εσείςνα έχετε κλιμακωθεί
αυτοί/ές/άνα έχουν κλιμακωθεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

κλιμακωθεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα κλιμακωθώ
εσύθα κλιμακωθείς
αυτός/ή/όθα κλιμακωθεί
εμείςθα κλιμακωθούμε
εσείςθα κλιμακωθείτε
αυτοί/ές/άθα κλιμακωθούν