BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

κηπεύω

заниматься садоводством

garden

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώκηπεύω
εσύκηπεύεις
αυτός/ή/όκηπεύει
εμείςκηπεύουμε
εσείςκηπεύετε
αυτοί/ές/άκηπεύουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώκήπευσα
εσύκήπευσες
αυτός/ή/όκήπευσε
εμείςκηπεύσαμε
εσείςκηπεύσατε
αυτοί/ές/άκήπευσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα κηπεύσω
εσύθα κηπεύσεις
αυτός/ή/όθα κηπεύσει
εμείςθα κηπεύσουμε
εσείςθα κηπεύσετε
αυτοί/ές/άθα κηπεύσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώκήπευα
εσύκήπευες
αυτός/ή/όκήπευε
εμείςκηπεύαμε
εσείςκηπεύατε
αυτοί/ές/άκήπευαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα κηπεύω
εσύθα κηπεύεις
αυτός/ή/όθα κηπεύει
εμείςθα κηπεύουμε
εσείςθα κηπεύετε
αυτοί/ές/άθα κηπεύουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω κηπεύσει
εσύέχεις κηπεύσει
αυτός/ή/όέχει κηπεύσει
εμείςέχουμε κηπεύσει
εσείςέχετε κηπεύσει
αυτοί/ές/άέχουν κηπεύσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα κηπεύσει
εσύείχες κηπεύσει
αυτός/ή/όείχε κηπεύσει
εμείςείχαμε κηπεύσει
εσείςείχατε κηπεύσει
αυτοί/ές/άείχαν κηπεύσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω κηπεύσει
εσύθα έχεις κηπεύσει
αυτός/ή/όθα έχει κηπεύσει
εμείςθα έχουμε κηπεύσει
εσείςθα έχετε κηπεύσει
αυτοί/ές/άθα έχουν κηπεύσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύκήπευσε
εσείςκηπεύστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύκήπευε
εσείςκηπεύετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα κηπεύσω
εσύνα κηπεύσεις
αυτός/ή/όνα κηπεύσει
εμείςνα κηπεύσουμε
εσείςνα κηπεύσετε
αυτοί/ές/άνα κηπεύσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα κηπεύω
εσύνα κηπεύεις
αυτός/ή/όνα κηπεύει
εμείςνα κηπεύουμε
εσείςνα κηπεύετε
αυτοί/ές/άνα κηπεύουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω κηπεύσει
εσύνα έχεις κηπεύσει
αυτός/ή/όνα έχει κηπεύσει
εμείςνα έχουμε κηπεύσει
εσείςνα έχετε κηπεύσει
αυτοί/ές/άνα έχουν κηπεύσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

κηπεύσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

κηπεύοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα κήπευα
εσύθα κήπευες
αυτός/ή/όθα κήπευε
εμείςθα κηπεύαμε
εσείςθα κηπεύατε
αυτοί/ές/άθα κήπευαν