BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

κατηφορίζω

спускаться, идти под уклон

descend, go downhill

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώκατηφορίζω
εσύκατηφορίζεις
αυτός/ή/όκατηφορίζει
εμείςκατηφορίζουμε
εσείςκατηφορίζετε
αυτοί/ές/άκατηφορίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώκατηφόρισα
εσύκατηφόρισες
αυτός/ή/όκατηφόρισε
εμείςκατηφορίσαμε
εσείςκατηφορίσατε
αυτοί/ές/άκατηφόρισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα κατηφορίσω
εσύθα κατηφορίσεις
αυτός/ή/όθα κατηφορίσει
εμείςθα κατηφορίσουμε
εσείςθα κατηφορίσετε
αυτοί/ές/άθα κατηφορίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώκατηφόριζα
εσύκατηφόριζες
αυτός/ή/όκατηφόριζε
εμείςκατηφορίζαμε
εσείςκατηφορίζατε
αυτοί/ές/άκατηφόριζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα κατηφορίζω
εσύθα κατηφορίζεις
αυτός/ή/όθα κατηφορίζει
εμείςθα κατηφορίζουμε
εσείςθα κατηφορίζετε
αυτοί/ές/άθα κατηφορίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω κατηφορίσει
εσύέχεις κατηφορίσει
αυτός/ή/όέχει κατηφορίσει
εμείςέχουμε κατηφορίσει
εσείςέχετε κατηφορίσει
αυτοί/ές/άέχουν κατηφορίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα κατηφορίσει
εσύείχες κατηφορίσει
αυτός/ή/όείχε κατηφορίσει
εμείςείχαμε κατηφορίσει
εσείςείχατε κατηφορίσει
αυτοί/ές/άείχαν κατηφορίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω κατηφορίσει
εσύθα έχεις κατηφορίσει
αυτός/ή/όθα έχει κατηφορίσει
εμείςθα έχουμε κατηφορίσει
εσείςθα έχετε κατηφορίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν κατηφορίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύκατηφόρισε
εσείςκατηφορίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύκατηφόριζε
εσείςκατηφορίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα κατηφορίσω
εσύνα κατηφορίσεις
αυτός/ή/όνα κατηφορίσει
εμείςνα κατηφορίσουμε
εσείςνα κατηφορίσετε
αυτοί/ές/άνα κατηφορίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα κατηφορίζω
εσύνα κατηφορίζεις
αυτός/ή/όνα κατηφορίζει
εμείςνα κατηφορίζουμε
εσείςνα κατηφορίζετε
αυτοί/ές/άνα κατηφορίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω κατηφορίσει
εσύνα έχεις κατηφορίσει
αυτός/ή/όνα έχει κατηφορίσει
εμείςνα έχουμε κατηφορίσει
εσείςνα έχετε κατηφορίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν κατηφορίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

κατηφορίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

κατηφορίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα κατηφόριζα
εσύθα κατηφόριζες
αυτός/ή/όθα κατηφόριζε
εμείςθα κατηφορίζαμε
εσείςθα κατηφορίζατε
αυτοί/ές/άθα κατηφόριζαν