BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

κατεδαφίζω

сносить, разрушать

demolish

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώκατεδαφίζω
εσύκατεδαφίζεις
αυτός/ή/όκατεδαφίζει
εμείςκατεδαφίζουμε
εσείςκατεδαφίζετε
αυτοί/ές/άκατεδαφίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώκατεδάφισα
εσύκατεδάφισες
αυτός/ή/όκατεδάφισε
εμείςκατεδαφίσαμε
εσείςκατεδαφίσατε
αυτοί/ές/άκατεδάφισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα κατεδαφίσω
εσύθα κατεδαφίσεις
αυτός/ή/όθα κατεδαφίσει
εμείςθα κατεδαφίσουμε
εσείςθα κατεδαφίσετε
αυτοί/ές/άθα κατεδαφίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώκατεδάφιζα
εσύκατεδάφιζες
αυτός/ή/όκατεδάφιζε
εμείςκατεδαφίζαμε
εσείςκατεδαφίζατε
αυτοί/ές/άκατεδάφιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα κατεδαφίζω
εσύθα κατεδαφίζεις
αυτός/ή/όθα κατεδαφίζει
εμείςθα κατεδαφίζουμε
εσείςθα κατεδαφίζετε
αυτοί/ές/άθα κατεδαφίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω κατεδαφίσει
εσύέχεις κατεδαφίσει
αυτός/ή/όέχει κατεδαφίσει
εμείςέχουμε κατεδαφίσει
εσείςέχετε κατεδαφίσει
αυτοί/ές/άέχουν κατεδαφίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα κατεδαφίσει
εσύείχες κατεδαφίσει
αυτός/ή/όείχε κατεδαφίσει
εμείςείχαμε κατεδαφίσει
εσείςείχατε κατεδαφίσει
αυτοί/ές/άείχαν κατεδαφίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω κατεδαφίσει
εσύθα έχεις κατεδαφίσει
αυτός/ή/όθα έχει κατεδαφίσει
εμείςθα έχουμε κατεδαφίσει
εσείςθα έχετε κατεδαφίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν κατεδαφίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύκατεδάφισε
εσείςκατεδαφίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύκατεδάφιζε
εσείςκατεδαφίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα κατεδαφίσω
εσύνα κατεδαφίσεις
αυτός/ή/όνα κατεδαφίσει
εμείςνα κατεδαφίσουμε
εσείςνα κατεδαφίσετε
αυτοί/ές/άνα κατεδαφίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα κατεδαφίζω
εσύνα κατεδαφίζεις
αυτός/ή/όνα κατεδαφίζει
εμείςνα κατεδαφίζουμε
εσείςνα κατεδαφίζετε
αυτοί/ές/άνα κατεδαφίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω κατεδαφίσει
εσύνα έχεις κατεδαφίσει
αυτός/ή/όνα έχει κατεδαφίσει
εμείςνα έχουμε κατεδαφίσει
εσείςνα έχετε κατεδαφίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν κατεδαφίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

κατεδαφίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

κατεδαφίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα κατεδάφιζα
εσύθα κατεδάφιζες
αυτός/ή/όθα κατεδάφιζε
εμείςθα κατεδαφίζαμε
εσείςθα κατεδαφίζατε
αυτοί/ές/άθα κατεδάφιζαν