BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

κατασκηνώνω

разбивать лагерь

camp

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώκατασκηνώνω
εσύκατασκηνώνεις
αυτός/ή/όκατασκηνώνει
εμείςκατασκηνώνουμε
εσείςκατασκηνώνετε
αυτοί/ές/άκατασκηνώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώκατασκήνωσα
εσύκατασκήνωσες
αυτός/ή/όκατασκήνωσε
εμείςκατασκηνώσαμε
εσείςκατασκηνώσατε
αυτοί/ές/άκατασκήνωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα κατασκηνώσω
εσύθα κατασκηνώσεις
αυτός/ή/όθα κατασκηνώσει
εμείςθα κατασκηνώσουμε
εσείςθα κατασκηνώσετε
αυτοί/ές/άθα κατασκηνώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώκατασκήνωνα
εσύκατασκήνωνες
αυτός/ή/όκατασκήνωνε
εμείςκατασκηνώναμε
εσείςκατασκηνώνατε
αυτοί/ές/άκατασκήνωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα κατασκηνώνω
εσύθα κατασκηνώνεις
αυτός/ή/όθα κατασκηνώνει
εμείςθα κατασκηνώνουμε
εσείςθα κατασκηνώνετε
αυτοί/ές/άθα κατασκηνώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω κατασκηνώσει
εσύέχεις κατασκηνώσει
αυτός/ή/όέχει κατασκηνώσει
εμείςέχουμε κατασκηνώσει
εσείςέχετε κατασκηνώσει
αυτοί/ές/άέχουν κατασκηνώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα κατασκηνώσει
εσύείχες κατασκηνώσει
αυτός/ή/όείχε κατασκηνώσει
εμείςείχαμε κατασκηνώσει
εσείςείχατε κατασκηνώσει
αυτοί/ές/άείχαν κατασκηνώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω κατασκηνώσει
εσύθα έχεις κατασκηνώσει
αυτός/ή/όθα έχει κατασκηνώσει
εμείςθα έχουμε κατασκηνώσει
εσείςθα έχετε κατασκηνώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν κατασκηνώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύκατασκήνωσε
εσείςκατασκηνώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύκατασκήνωνε
εσείςκατασκηνώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα κατασκηνώσω
εσύνα κατασκηνώσεις
αυτός/ή/όνα κατασκηνώσει
εμείςνα κατασκηνώσουμε
εσείςνα κατασκηνώσετε
αυτοί/ές/άνα κατασκηνώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα κατασκηνώνω
εσύνα κατασκηνώνεις
αυτός/ή/όνα κατασκηνώνει
εμείςνα κατασκηνώνουμε
εσείςνα κατασκηνώνετε
αυτοί/ές/άνα κατασκηνώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω κατασκηνώσει
εσύνα έχεις κατασκηνώσει
αυτός/ή/όνα έχει κατασκηνώσει
εμείςνα έχουμε κατασκηνώσει
εσείςνα έχετε κατασκηνώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν κατασκηνώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

κατασκηνώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

κατασκηνώνοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

κατασκηνωμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα κατασκήνωνα
εσύθα κατασκήνωνες
αυτός/ή/όθα κατασκήνωνε
εμείςθα κατασκηνώναμε
εσείςθα κατασκηνώνατε
αυτοί/ές/άθα κατασκήνωναν