BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

καταβροχθίζω

пожирать, жадно есть

devour, eat greedily

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώκαταβροχθίζω
εσύκαταβροχθίζεις
αυτός/ή/όκαταβροχθίζει
εμείςκαταβροχθίζουμε
εσείςκαταβροχθίζετε
αυτοί/ές/άκαταβροχθίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώκαταβρόχθισα
εσύκαταβρόχθισες
αυτός/ή/όκαταβρόχθισε
εμείςκαταβροχθίσαμε
εσείςκαταβροχθίσατε
αυτοί/ές/άκαταβρόχθισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα καταβροχθίσω
εσύθα καταβροχθίσεις
αυτός/ή/όθα καταβροχθίσει
εμείςθα καταβροχθίσουμε
εσείςθα καταβροχθίσετε
αυτοί/ές/άθα καταβροχθίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώκαταβρόχθιζα
εσύκαταβρόχθιζες
αυτός/ή/όκαταβρόχθιζε
εμείςκαταβροχθίζαμε
εσείςκαταβροχθίζατε
αυτοί/ές/άκαταβρόχθιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα καταβροχθίζω
εσύθα καταβροχθίζεις
αυτός/ή/όθα καταβροχθίζει
εμείςθα καταβροχθίζουμε
εσείςθα καταβροχθίζετε
αυτοί/ές/άθα καταβροχθίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω καταβροχθίσει
εσύέχεις καταβροχθίσει
αυτός/ή/όέχει καταβροχθίσει
εμείςέχουμε καταβροχθίσει
εσείςέχετε καταβροχθίσει
αυτοί/ές/άέχουν καταβροχθίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα καταβροχθίσει
εσύείχες καταβροχθίσει
αυτός/ή/όείχε καταβροχθίσει
εμείςείχαμε καταβροχθίσει
εσείςείχατε καταβροχθίσει
αυτοί/ές/άείχαν καταβροχθίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω καταβροχθίσει
εσύθα έχεις καταβροχθίσει
αυτός/ή/όθα έχει καταβροχθίσει
εμείςθα έχουμε καταβροχθίσει
εσείςθα έχετε καταβροχθίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν καταβροχθίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύκαταβρόχθισε
εσείςκαταβροχθίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύκαταβρόχθιζε
εσείςκαταβροχθίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα καταβροχθίσω
εσύνα καταβροχθίσεις
αυτός/ή/όνα καταβροχθίσει
εμείςνα καταβροχθίσουμε
εσείςνα καταβροχθίσετε
αυτοί/ές/άνα καταβροχθίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα καταβροχθίζω
εσύνα καταβροχθίζεις
αυτός/ή/όνα καταβροχθίζει
εμείςνα καταβροχθίζουμε
εσείςνα καταβροχθίζετε
αυτοί/ές/άνα καταβροχθίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω καταβροχθίσει
εσύνα έχεις καταβροχθίσει
αυτός/ή/όνα έχει καταβροχθίσει
εμείςνα έχουμε καταβροχθίσει
εσείςνα έχετε καταβροχθίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν καταβροχθίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

καταβροχθίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

καταβροχθίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα καταβρόχθιζα
εσύθα καταβρόχθιζες
αυτός/ή/όθα καταβρόχθιζε
εμείςθα καταβροχθίζαμε
εσείςθα καταβροχθίζατε
αυτοί/ές/άθα καταβρόχθιζαν