BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

καταβρέχω

поливать повсюду

rain everywhere

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώκαταβρέχω
εσύκαταβρέχεις
αυτός/ή/όκαταβρέχει
εμείςκαταβρέχουμε
εσείςκαταβρέχετε
αυτοί/ές/άκαταβρέχουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώκατάβρεξα
εσύκατάβρεξες
αυτός/ή/όκατάβρεξε
εμείςκαταβρέξαμε
εσείςκαταβρέξατε
αυτοί/ές/άκατάβρεξαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα καταβρέξω
εσύθα καταβρέξεις
αυτός/ή/όθα καταβρέξει
εμείςθα καταβρέξουμε
εσείςθα καταβρέξετε
αυτοί/ές/άθα καταβρέξουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώκατάβρεχα
εσύκατάβρεχες
αυτός/ή/όκατάβρεχε
εμείςκαταβρέχαμε
εσείςκαταβρέχατε
αυτοί/ές/άκατάβρεχαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα καταβρέχω
εσύθα καταβρέχεις
αυτός/ή/όθα καταβρέχει
εμείςθα καταβρέχουμε
εσείςθα καταβρέχετε
αυτοί/ές/άθα καταβρέχουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω καταβρέξει
εσύέχεις καταβρέξει
αυτός/ή/όέχει καταβρέξει
εμείςέχουμε καταβρέξει
εσείςέχετε καταβρέξει
αυτοί/ές/άέχουν καταβρέξει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα καταβρέξει
εσύείχες καταβρέξει
αυτός/ή/όείχε καταβρέξει
εμείςείχαμε καταβρέξει
εσείςείχατε καταβρέξει
αυτοί/ές/άείχαν καταβρέξει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω καταβρέξει
εσύθα έχεις καταβρέξει
αυτός/ή/όθα έχει καταβρέξει
εμείςθα έχουμε καταβρέξει
εσείςθα έχετε καταβρέξει
αυτοί/ές/άθα έχουν καταβρέξει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύκατάβρεξε
εσείςκαταβρέξτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύκατάβρεχε
εσείςκαταβρέχετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα καταβρέξω
εσύνα καταβρέξεις
αυτός/ή/όνα καταβρέξει
εμείςνα καταβρέξουμε
εσείςνα καταβρέξετε
αυτοί/ές/άνα καταβρέξουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα καταβρέχω
εσύνα καταβρέχεις
αυτός/ή/όνα καταβρέχει
εμείςνα καταβρέχουμε
εσείςνα καταβρέχετε
αυτοί/ές/άνα καταβρέχουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω καταβρέξει
εσύνα έχεις καταβρέξει
αυτός/ή/όνα έχει καταβρέξει
εμείςνα έχουμε καταβρέξει
εσείςνα έχετε καταβρέξει
αυτοί/ές/άνα έχουν καταβρέξει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

καταβρέξει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

καταβρέχοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα κατάβρεχα
εσύθα κατάβρεχες
αυτός/ή/όθα κατάβρεχε
εμείςθα καταβρέχαμε
εσείςθα καταβρέχατε
αυτοί/ές/άθα κατάβρεχαν