BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

κατάσχω

захватывать, конфисковать

seize, confiscate

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώκατάσχω
εσύκατάσχεις
αυτός/ή/όκατάσχει
εμείςκατάσχουμε
εσείςκατάσχετε
αυτοί/ές/άκατάσχουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώκατάσχεσα
εσύκατάσχεσες
αυτός/ή/όκατάσχεσε
εμείςκατασχέσαμε
εσείςκατασχέσατε
αυτοί/ές/άκατάσχεσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα κατασχέσω
εσύθα κατασχέσεις
αυτός/ή/όθα κατασχέσει
εμείςθα κατασχέσουμε
εσείςθα κατασχέσετε
αυτοί/ές/άθα κατασχέσουν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα κατάσχω
εσύθα κατάσχεις
αυτός/ή/όθα κατάσχει
εμείςθα κατάσχουμε
εσείςθα κατάσχετε
αυτοί/ές/άθα κατάσχουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω κατασχέσει
εσύέχεις κατασχέσει
αυτός/ή/όέχει κατασχέσει
εμείςέχουμε κατασχέσει
εσείςέχετε κατασχέσει
αυτοί/ές/άέχουν κατασχέσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα κατασχέσει
εσύείχες κατασχέσει
αυτός/ή/όείχε κατασχέσει
εμείςείχαμε κατασχέσει
εσείςείχατε κατασχέσει
αυτοί/ές/άείχαν κατασχέσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω κατασχέσει
εσύθα έχεις κατασχέσει
αυτός/ή/όθα έχει κατασχέσει
εμείςθα έχουμε κατασχέσει
εσείςθα έχετε κατασχέσει
αυτοί/ές/άθα έχουν κατασχέσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύκατάσχεσε
εσείςκατασχέστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςκατάσχετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα κατασχέσω
εσύνα κατασχέσεις
αυτός/ή/όνα κατασχέσει
εμείςνα κατασχέσουμε
εσείςνα κατασχέσετε
αυτοί/ές/άνα κατασχέσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα κατάσχω
εσύνα κατάσχεις
αυτός/ή/όνα κατάσχει
εμείςνα κατάσχουμε
εσείςνα κατάσχετε
αυτοί/ές/άνα κατάσχουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω κατασχέσει
εσύνα έχεις κατασχέσει
αυτός/ή/όνα έχει κατασχέσει
εμείςνα έχουμε κατασχέσει
εσείςνα έχετε κατασχέσει
αυτοί/ές/άνα έχουν κατασχέσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

κατασχέσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

κατάσχοντας