BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

καθησυχάζω

умиротворять, успокаивать

appease, reassure

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώκαθησυχάζω
εσύκαθησυχάζεις
αυτός/ή/όκαθησυχάζει
εμείςκαθησυχάζουμε
εσείςκαθησυχάζετε
αυτοί/ές/άκαθησυχάζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώκαθησύχασα
εσύκαθησύχασες
αυτός/ή/όκαθησύχασε
εμείςκαθησυχάσαμε
εσείςκαθησυχάσατε
αυτοί/ές/άκαθησύχασαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα καθησυχάσω
εσύθα καθησυχάσεις
αυτός/ή/όθα καθησυχάσει
εμείςθα καθησυχάσουμε
εσείςθα καθησυχάσετε
αυτοί/ές/άθα καθησυχάσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώκαθησύχαζα
εσύκαθησύχαζες
αυτός/ή/όκαθησύχαζε
εμείςκαθησυχάζαμε
εσείςκαθησυχάζατε
αυτοί/ές/άκαθησύχαζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα καθησυχάζω
εσύθα καθησυχάζεις
αυτός/ή/όθα καθησυχάζει
εμείςθα καθησυχάζουμε
εσείςθα καθησυχάζετε
αυτοί/ές/άθα καθησυχάζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω καθησυχάσει
εσύέχεις καθησυχάσει
αυτός/ή/όέχει καθησυχάσει
εμείςέχουμε καθησυχάσει
εσείςέχετε καθησυχάσει
αυτοί/ές/άέχουν καθησυχάσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα καθησυχάσει
εσύείχες καθησυχάσει
αυτός/ή/όείχε καθησυχάσει
εμείςείχαμε καθησυχάσει
εσείςείχατε καθησυχάσει
αυτοί/ές/άείχαν καθησυχάσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω καθησυχάσει
εσύθα έχεις καθησυχάσει
αυτός/ή/όθα έχει καθησυχάσει
εμείςθα έχουμε καθησυχάσει
εσείςθα έχετε καθησυχάσει
αυτοί/ές/άθα έχουν καθησυχάσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύκαθησύχασε
εσείςκαθησυχάστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύκαθησύχαζε
εσείςκαθησυχάζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα καθησυχάσω
εσύνα καθησυχάσεις
αυτός/ή/όνα καθησυχάσει
εμείςνα καθησυχάσουμε
εσείςνα καθησυχάσετε
αυτοί/ές/άνα καθησυχάσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα καθησυχάζω
εσύνα καθησυχάζεις
αυτός/ή/όνα καθησυχάζει
εμείςνα καθησυχάζουμε
εσείςνα καθησυχάζετε
αυτοί/ές/άνα καθησυχάζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω καθησυχάσει
εσύνα έχεις καθησυχάσει
αυτός/ή/όνα έχει καθησυχάσει
εμείςνα έχουμε καθησυχάσει
εσείςνα έχετε καθησυχάσει
αυτοί/ές/άνα έχουν καθησυχάσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

καθησυχάσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

καθησυχάζοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

καθησυχασμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα καθησύχαζα
εσύθα καθησύχαζες
αυτός/ή/όθα καθησύχαζε
εμείςθα καθησυχάζαμε
εσείςθα καθησυχάζατε
αυτοί/ές/άθα καθησύχαζαν