BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

καβγαδίζω

спорить, ссориться

argue, quarrel

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώκαβγαδίζω
εσύκαβγαδίζεις
αυτός/ή/όκαβγαδίζει
εμείςκαβγαδίζουμε
εσείςκαβγαδίζετε
αυτοί/ές/άκαβγαδίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώκαβγάδισα
εσύκαβγάδισες
αυτός/ή/όκαβγάδισε
εμείςκαβγαδίσαμε
εσείςκαβγαδίσατε
αυτοί/ές/άκαβγάδισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα καβγαδίσω
εσύθα καβγαδίσεις
αυτός/ή/όθα καβγαδίσει
εμείςθα καβγαδίσουμε
εσείςθα καβγαδίσετε
αυτοί/ές/άθα καβγαδίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώκαβγάδιζα
εσύκαβγάδιζες
αυτός/ή/όκαβγάδιζε
εμείςκαβγαδίζαμε
εσείςκαβγαδίζατε
αυτοί/ές/άκαβγάδιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα καβγαδίζω
εσύθα καβγαδίζεις
αυτός/ή/όθα καβγαδίζει
εμείςθα καβγαδίζουμε
εσείςθα καβγαδίζετε
αυτοί/ές/άθα καβγαδίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω καβγαδίσει
εσύέχεις καβγαδίσει
αυτός/ή/όέχει καβγαδίσει
εμείςέχουμε καβγαδίσει
εσείςέχετε καβγαδίσει
αυτοί/ές/άέχουν καβγαδίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα καβγαδίσει
εσύείχες καβγαδίσει
αυτός/ή/όείχε καβγαδίσει
εμείςείχαμε καβγαδίσει
εσείςείχατε καβγαδίσει
αυτοί/ές/άείχαν καβγαδίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω καβγαδίσει
εσύθα έχεις καβγαδίσει
αυτός/ή/όθα έχει καβγαδίσει
εμείςθα έχουμε καβγαδίσει
εσείςθα έχετε καβγαδίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν καβγαδίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύκαβγάδισε
εσείςκαβγαδίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύκαβγάδιζε
εσείςκαβγαδίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα καβγαδίσω
εσύνα καβγαδίσεις
αυτός/ή/όνα καβγαδίσει
εμείςνα καβγαδίσουμε
εσείςνα καβγαδίσετε
αυτοί/ές/άνα καβγαδίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα καβγαδίζω
εσύνα καβγαδίζεις
αυτός/ή/όνα καβγαδίζει
εμείςνα καβγαδίζουμε
εσείςνα καβγαδίζετε
αυτοί/ές/άνα καβγαδίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω καβγαδίσει
εσύνα έχεις καβγαδίσει
αυτός/ή/όνα έχει καβγαδίσει
εμείςνα έχουμε καβγαδίσει
εσείςνα έχετε καβγαδίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν καβγαδίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

καβγαδίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

καβγαδίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα καβγάδιζα
εσύθα καβγάδιζες
αυτός/ή/όθα καβγάδιζε
εμείςθα καβγαδίζαμε
εσείςθα καβγαδίζατε
αυτοί/ές/άθα καβγάδιζαν