BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

καβαλάω, καβαλώ

ехать верхом

ride

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώκαβαλάω, καβαλώ
εσύκαβαλάς
αυτός/ή/όκαβαλάει, καβαλά
εμείςκαβαλάμε, καβαλούμε
εσείςκαβαλάτε
αυτοί/ές/άκαβαλάνε, καβαλούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώκαβάλησα
εσύκαβάλησες
αυτός/ή/όκαβάλησε
εμείςκαβαλήσαμε
εσείςκαβαλήσατε
αυτοί/ές/άκαβάλησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα καβαλήσω
εσύθα καβαλήσεις
αυτός/ή/όθα καβαλήσει
εμείςθα καβαλήσουμε
εσείςθα καβαλήσετε
αυτοί/ές/άθα καβαλήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώκαβαλούσα
εσύκαβαλούσες
αυτός/ή/όκαβαλούσε
εμείςκαβαλούσαμε
εσείςκαβαλούσατε
αυτοί/ές/άκαβαλούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα καβαλάω, καβαλώ
εσύθα καβαλάς
αυτός/ή/όθα καβαλάει, καβαλά
εμείςθα καβαλάμε, καβαλούμε
εσείςθα καβαλάτε
αυτοί/ές/άθα καβαλάνε, καβαλούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω καβαλήσει
εσύέχεις καβαλήσει
αυτός/ή/όέχει καβαλήσει
εμείςέχουμε καβαλήσει
εσείςέχετε καβαλήσει
αυτοί/ές/άέχουν καβαλήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα καβαλήσει
εσύείχες καβαλήσει
αυτός/ή/όείχε καβαλήσει
εμείςείχαμε καβαλήσει
εσείςείχατε καβαλήσει
αυτοί/ές/άείχαν καβαλήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω καβαλήσει
εσύθα έχεις καβαλήσει
αυτός/ή/όθα έχει καβαλήσει
εμείςθα έχουμε καβαλήσει
εσείςθα έχετε καβαλήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν καβαλήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύκαβάλησε
εσείςκαβαλήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύκαβάλα
εσείςκαβαλάτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα καβαλήσω
εσύνα καβαλήσεις
αυτός/ή/όνα καβαλήσει
εμείςνα καβαλήσουμε
εσείςνα καβαλήσετε
αυτοί/ές/άνα καβαλήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα καβαλάω, καβαλώ
εσύνα καβαλάς
αυτός/ή/όνα καβαλάει, καβαλά
εμείςνα καβαλάμε, καβαλούμε
εσείςνα καβαλάτε
αυτοί/ές/άνα καβαλάνε, καβαλούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω καβαλήσει
εσύνα έχεις καβαλήσει
αυτός/ή/όνα έχει καβαλήσει
εμείςνα έχουμε καβαλήσει
εσείςνα έχετε καβαλήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν καβαλήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

καβαλήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

καβαλώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα καβαλούσα
εσύθα καβαλούσες
αυτός/ή/όθα καβαλούσε
εμείςθα καβαλούσαμε
εσείςθα καβαλούσατε
αυτοί/ές/άθα καβαλούσαν