BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ιριδίζω

переливаться радужными цветами, опалесцировать

iridize, opalesce

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώιριδίζω
εσύιριδίζεις
αυτός/ή/όιριδίζει
εμείςιριδίζουμε
εσείςιριδίζετε
αυτοί/ές/άιριδίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώιρίδισα
εσύιρίδισες
αυτός/ή/όιρίδισε
εμείςιριδίσαμε
εσείςιριδίσατε
αυτοί/ές/άιρίδισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ιριδίσω
εσύθα ιριδίσεις
αυτός/ή/όθα ιριδίσει
εμείςθα ιριδίσουμε
εσείςθα ιριδίσετε
αυτοί/ές/άθα ιριδίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώιρίδιζα
εσύιρίδιζες
αυτός/ή/όιρίδιζε
εμείςιριδίζαμε
εσείςιριδίζατε
αυτοί/ές/άιρίδιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ιριδίζω
εσύθα ιριδίζεις
αυτός/ή/όθα ιριδίζει
εμείςθα ιριδίζουμε
εσείςθα ιριδίζετε
αυτοί/ές/άθα ιριδίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ιριδίσει
εσύέχεις ιριδίσει
αυτός/ή/όέχει ιριδίσει
εμείςέχουμε ιριδίσει
εσείςέχετε ιριδίσει
αυτοί/ές/άέχουν ιριδίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ιριδίσει
εσύείχες ιριδίσει
αυτός/ή/όείχε ιριδίσει
εμείςείχαμε ιριδίσει
εσείςείχατε ιριδίσει
αυτοί/ές/άείχαν ιριδίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ιριδίσει
εσύθα έχεις ιριδίσει
αυτός/ή/όθα έχει ιριδίσει
εμείςθα έχουμε ιριδίσει
εσείςθα έχετε ιριδίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ιριδίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύιρίδισε
εσείςιριδίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύιρίδιζε
εσείςιριδίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ιριδίσω
εσύνα ιριδίσεις
αυτός/ή/όνα ιριδίσει
εμείςνα ιριδίσουμε
εσείςνα ιριδίσετε
αυτοί/ές/άνα ιριδίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ιριδίζω
εσύνα ιριδίζεις
αυτός/ή/όνα ιριδίζει
εμείςνα ιριδίζουμε
εσείςνα ιριδίζετε
αυτοί/ές/άνα ιριδίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ιριδίσει
εσύνα έχεις ιριδίσει
αυτός/ή/όνα έχει ιριδίσει
εμείςνα έχουμε ιριδίσει
εσείςνα έχετε ιριδίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ιριδίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ιριδίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ιριδίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ιρίδιζα
εσύθα ιρίδιζες
αυτός/ή/όθα ιρίδιζε
εμείςθα ιριδίζαμε
εσείςθα ιριδίζατε
αυτοί/ές/άθα ιρίδιζαν