BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ικετεύω

умолять

beg

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώικετεύω
εσύικετεύεις
αυτός/ή/όικετεύει
εμείςικετεύουμε
εσείςικετεύετε
αυτοί/ές/άικετεύουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώικέτεψα
εσύικέτεψες
αυτός/ή/όικέτεψε
εμείςικετέψαμε
εσείςικετέψατε
αυτοί/ές/άικέτεψαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ικετέψω
εσύθα ικετέψεις
αυτός/ή/όθα ικετέψει
εμείςθα ικετέψουμε
εσείςθα ικετέψετε
αυτοί/ές/άθα ικετέψουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώικέτευα
εσύικέτευες
αυτός/ή/όικέτευε
εμείςικετεύαμε
εσείςικετεύατε
αυτοί/ές/άικεύτευαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ικετεύω
εσύθα ικετεύεις
αυτός/ή/όθα ικετεύει
εμείςθα ικετεύουμε
εσείςθα ικετεύετε
αυτοί/ές/άθα ικετεύουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ικετέψει
εσύέχεις ικετέψει
αυτός/ή/όέχει ικετέψει
εμείςέχουμε ικετέψει
εσείςέχετε ικετέψει
αυτοί/ές/άέχουν ικετέψει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ικετέψει
εσύείχες ικετέψει
αυτός/ή/όείχε ικετέψει
εμείςείχαμε ικετέψει
εσείςείχατε ικετέψει
αυτοί/ές/άείχαν ικετέψει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ικετέψει
εσύθα έχεις ικετέψει
αυτός/ή/όθα έχει ικετέψει
εμείςθα έχουμε ικετέψει
εσείςθα έχετε ικετέψει
αυτοί/ές/άθα έχουν ικετέψει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύικέτεψε
εσείςικετέψτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύικέτευε
εσείςικετεύετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ικετέψω
εσύνα ικετέψεις
αυτός/ή/όνα ικετέψει
εμείςνα ικετέψουμε
εσείςνα ικετέψετε
αυτοί/ές/άνα ικετέψουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ικετεύω
εσύνα ικετεύεις
αυτός/ή/όνα ικετεύει
εμείςνα ικετεύουμε
εσείςνα ικετεύετε
αυτοί/ές/άνα ικετεύουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ικετέψει
εσύνα έχεις ικετέψει
αυτός/ή/όνα έχει ικετέψει
εμείςνα έχουμε ικετέψει
εσείςνα έχετε ικετέψει
αυτοί/ές/άνα έχουν ικετέψει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ικετέψει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ικετεύοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ικέτευα
εσύθα ικέτευες
αυτός/ή/όθα ικέτευε
εμείςθα ικετεύαμε
εσείςθα ικετεύατε
αυτοί/ές/άθα ικεύτευαν