BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

θριαμβεύω

торжествовать

triumph

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώθριαμβεύω
εσύθριαμβεύεις
αυτός/ή/όθριαμβεύει
εμείςθριαμβεύουμε
εσείςθριαμβεύετε
αυτοί/ές/άθριαμβεύουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώθριάμβευσα
εσύθριάμβευσες
αυτός/ή/όθριάμβευσε
εμείςθριαμβεύσαμε
εσείςθριαμβεύσατε
αυτοί/ές/άθριάμβευσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα θριαμβεύσω
εσύθα θριαμβεύσεις
αυτός/ή/όθα θριαμβεύσει
εμείςθα θριαμβεύσουμε
εσείςθα θριαμβεύσετε
αυτοί/ές/άθα θριαμβεύσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώθριάμβευα
εσύθριάμβευες
αυτός/ή/όθριάμβευε
εμείςθριαμβεύαμε
εσείςθριαμβεύατε
αυτοί/ές/άθριάμβευαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα θριαμβεύω
εσύθα θριαμβεύεις
αυτός/ή/όθα θριαμβεύει
εμείςθα θριαμβεύουμε
εσείςθα θριαμβεύετε
αυτοί/ές/άθα θριαμβεύουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω θριαμβεύσει
εσύέχεις θριαμβεύσει
αυτός/ή/όέχει θριαμβεύσει
εμείςέχουμε θριαμβεύσει
εσείςέχετε θριαμβεύσει
αυτοί/ές/άέχουν θριαμβεύσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα θριαμβεύσει
εσύείχες θριαμβεύσει
αυτός/ή/όείχε θριαμβεύσει
εμείςείχαμε θριαμβεύσει
εσείςείχατε θριαμβεύσει
αυτοί/ές/άείχαν θριαμβεύσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω θριαμβεύσει
εσύθα έχεις θριαμβεύσει
αυτός/ή/όθα έχει θριαμβεύσει
εμείςθα έχουμε θριαμβεύσει
εσείςθα έχετε θριαμβεύσει
αυτοί/ές/άθα έχουν θριαμβεύσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύθριάμβευσε
εσείςθριαμβεύσετε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύθριάμβευε
εσείςθριαμβεύετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα θριαμβεύσω
εσύνα θριαμβεύσεις
αυτός/ή/όνα θριαμβεύσει
εμείςνα θριαμβεύσουμε
εσείςνα θριαμβεύσετε
αυτοί/ές/άνα θριαμβεύσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα θριαμβεύω
εσύνα θριαμβεύεις
αυτός/ή/όνα θριαμβεύει
εμείςνα θριαμβεύουμε
εσείςνα θριαμβεύετε
αυτοί/ές/άνα θριαμβεύουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω θριαμβεύσει
εσύνα έχεις θριαμβεύσει
αυτός/ή/όνα έχει θριαμβεύσει
εμείςνα έχουμε θριαμβεύσει
εσείςνα έχετε θριαμβεύσει
αυτοί/ές/άνα έχουν θριαμβεύσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

θριαμβεύσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

θριαμβέυοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα θριάμβευα
εσύθα θριάμβευες
αυτός/ή/όθα θριάμβευε
εμείςθα θριαμβεύαμε
εσείςθα θριαμβεύατε
αυτοί/ές/άθα θριάμβευαν