BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

θηλάζω

кормить грудью, сосать

nurse, suck

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώθηλάζω
εσύθηλάζεις
αυτός/ή/όθηλάζει
εμείςθηλάζουμε
εσείςθηλάζετε
αυτοί/ές/άθηλάζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώθήλασα
εσύθήλασες
αυτός/ή/όθήλασε
εμείςθηλάσαμε
εσείςθηλάσατε
αυτοί/ές/άθήλασαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα θηλάσω
εσύθα θηλάσεις
αυτός/ή/όθα θηλάσει
εμείςθα θηλάσουμε
εσείςθα θηλάσετε
αυτοί/ές/άθα θηλάσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώθήλαζα
εσύθήλαζες
αυτός/ή/όθήλαζε
εμείςθηλάζαμε
εσείςθηλάζατε
αυτοί/ές/άθήλαζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα θηλάζω
εσύθα θηλάζεις
αυτός/ή/όθα θηλάζει
εμείςθα θηλάζουμε
εσείςθα θηλάζετε
αυτοί/ές/άθα θηλάζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω θηλάσει
εσύέχεις θηλάσει
αυτός/ή/όέχει θηλάσει
εμείςέχουμε θηλάσει
εσείςέχετε θηλάσει
αυτοί/ές/άέχουν θηλάσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα θηλάσει
εσύείχες θηλάσει
αυτός/ή/όείχε θηλάσει
εμείςείχαμε θηλάσει
εσείςείχατε θηλάσει
αυτοί/ές/άείχαν θηλάσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω θηλάσει
εσύθα έχεις θηλάσει
αυτός/ή/όθα έχει θηλάσει
εμείςθα έχουμε θηλάσει
εσείςθα έχετε θηλάσει
αυτοί/ές/άθα έχουν θηλάσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύθήλασε
εσείςθηλάστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύθήλαζε
εσείςθηλάζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα θηλάσω
εσύνα θηλάσεις
αυτός/ή/όνα θηλάσει
εμείςνα θηλάσουμε
εσείςνα θηλάσετε
αυτοί/ές/άνα θηλάσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα θηλάζω
εσύνα θηλάζεις
αυτός/ή/όνα θηλάζει
εμείςνα θηλάζουμε
εσείςνα θηλάζετε
αυτοί/ές/άνα θηλάζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω θηλάσει
εσύνα έχεις θηλάσει
αυτός/ή/όνα έχει θηλάσει
εμείςνα έχουμε θηλάσει
εσείςνα έχετε θηλάσει
αυτοί/ές/άνα έχουν θηλάσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

θηλάσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

θηλάζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα θήλαζα
εσύθα θήλαζες
αυτός/ή/όθα θήλαζε
εμείςθα θηλάζαμε
εσείςθα θηλάζατε
αυτοί/ές/άθα θήλαζαν