BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

θεσπίζω

постановлять, вводить в действие

decree, enact

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώθεσπίζω
εσύθεσπίζεις
αυτός/ή/όθεσπίζει
εμείςθεσπίζουμε
εσείςθεσπίζετε
αυτοί/ές/άθεσπίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώθέσπισα
εσύθέσπισες
αυτός/ή/όθέσπισε
εμείςθεσπίσαμε
εσείςθεσπίσατε
αυτοί/ές/άθέσπισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα θεσπίσω
εσύθα θεσπίσεις
αυτός/ή/όθα θεσπίσει
εμείςθα θεσπίσουμε
εσείςθα θεσπίσετε
αυτοί/ές/άθα θεσπίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώθέσπιζα
εσύθέσπιζες
αυτός/ή/όθέσπιζε
εμείςθεσπίζαμε
εσείςθεσπίζατε
αυτοί/ές/άθέσπιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα θεσπίζω
εσύθα θεσπίζεις
αυτός/ή/όθα θεσπίζει
εμείςθα θεσπίζουμε
εσείςθα θεσπίζετε
αυτοί/ές/άθα θεσπίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω θεσπίσει
εσύέχεις θεσπίσει
αυτός/ή/όέχει θεσπίσει
εμείςέχουμε θεσπίσει
εσείςέχετε θεσπίσει
αυτοί/ές/άέχουν θεσπίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα θεσπίσει
εσύείχες θεσπίσει
αυτός/ή/όείχε θεσπίσει
εμείςείχαμε θεσπίσει
εσείςείχατε θεσπίσει
αυτοί/ές/άείχαν θεσπίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω θεσπίσει
εσύθα έχεις θεσπίσει
αυτός/ή/όθα έχει θεσπίσει
εμείςθα έχουμε θεσπίσει
εσείςθα έχετε θεσπίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν θεσπίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύθέσπισε
εσείςθεσπίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύθέσπιζε
εσείςθεσπίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα θεσπίσω
εσύνα θεσπίσεις
αυτός/ή/όνα θεσπίσει
εμείςνα θεσπίσουμε
εσείςνα θεσπίσετε
αυτοί/ές/άνα θεσπίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα θεσπίζω
εσύνα θεσπίζεις
αυτός/ή/όνα θεσπίζει
εμείςνα θεσπίζουμε
εσείςνα θεσπίζετε
αυτοί/ές/άνα θεσπίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω θεσπίσει
εσύνα έχεις θεσπίσει
αυτός/ή/όνα έχει θεσπίσει
εμείςνα έχουμε θεσπίσει
εσείςνα έχετε θεσπίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν θεσπίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

θεσπίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

θεσπίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα θέσπιζα
εσύθα θέσπιζες
αυτός/ή/όθα θέσπιζε
εμείςθα θεσπίζαμε
εσείςθα θεσπίζατε
αυτοί/ές/άθα θέσπιζαν