BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

θεραπεύω

лечить, исцелять

cure, heal, treat

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώθεραπεύω
εσύθεραπεύεις
αυτός/ή/όθεραπεύει
εμείςθεραπεύουμε
εσείςθεραπεύετε
αυτοί/ές/άθεραπεύουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώθεράπευσα
εσύθεράπευσες
αυτός/ή/όθεράπευσε
εμείςθεραπεύσαμε
εσείςθεραπεύσατε
αυτοί/ές/άθεράπευσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα θεραπεύσω
εσύθα θεραπεύσεις
αυτός/ή/όθα θεραπεύσει
εμείςθα θεραπεύσουμε
εσείςθα θεραπεύσετε
αυτοί/ές/άθα θεραπεύσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώθεράπευα
εσύθεράπευες
αυτός/ή/όθεράπευε
εμείςθεραπεύαμε
εσείςθεραπεύατε
αυτοί/ές/άθεράπευαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα θεραπεύω
εσύθα θεραπεύεις
αυτός/ή/όθα θεραπεύει
εμείςθα θεραπεύουμε
εσείςθα θεραπεύετε
αυτοί/ές/άθα θεραπεύουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω θεραπεύσει
εσύέχεις θεραπεύσει
αυτός/ή/όέχει θεραπεύσει
εμείςέχουμε θεραπεύσει
εσείςέχετε θεραπεύσει
αυτοί/ές/άέχουν θεραπεύσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα θεραπεύσει
εσύείχες θεραπεύσει
αυτός/ή/όείχε θεραπεύσει
εμείςείχαμε θεραπεύσει
εσείςείχατε θεραπεύσει
αυτοί/ές/άείχαν θεραπεύσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω θεραπεύσει
εσύθα έχεις θεραπεύσει
αυτός/ή/όθα έχει θεραπεύσει
εμείςθα έχουμε θεραπεύσει
εσείςθα έχετε θεραπεύσει
αυτοί/ές/άθα έχουν θεραπεύσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύθεράπευσε
εσείςθεραπεύστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύθεράπευε
εσείςθεραπεύετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα θεραπεύσω
εσύνα θεραπεύσεις
αυτός/ή/όνα θεραπεύσει
εμείςνα θεραπεύσουμε
εσείςνα θεραπεύσετε
αυτοί/ές/άνα θεραπεύσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα θεραπεύω
εσύνα θεραπεύεις
αυτός/ή/όνα θεραπεύει
εμείςνα θεραπεύουμε
εσείςνα θεραπεύετε
αυτοί/ές/άνα θεραπεύουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω θεραπεύσει
εσύνα έχεις θεραπεύσει
αυτός/ή/όνα έχει θεραπεύσει
εμείςνα έχουμε θεραπεύσει
εσείςνα έχετε θεραπεύσει
αυτοί/ές/άνα έχουν θεραπεύσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

θεραπεύσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

θεραπεύοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα θεράπευα
εσύθα θεράπευες
αυτός/ή/όθα θεράπευε
εμείςθα θεραπεύαμε
εσείςθα θεραπεύατε
αυτοί/ές/άθα θεράπευαν