BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ζωντανεύω

оживлять, одушевлять

revive, animate

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώζωντανεύω
εσύζωντανεύεις
αυτός/ή/όζωντανεύει
εμείςζωντανεύουμε
εσείςζωντανεύετε
αυτοί/ές/άζωντανεύουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώζωντάνεψα
εσύζωντάνεψες
αυτός/ή/όζωντάνεψε
εμείςζωντανέψαμε
εσείςζωντανέψατε
αυτοί/ές/άζωντάνεψαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ζωντανέψω
εσύθα ζωντανέψεις
αυτός/ή/όθα ζωντανέψει
εμείςθα ζωντανέψουμε
εσείςθα ζωντανέψετε
αυτοί/ές/άθα ζωντανέψουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώζωντάνευα
εσύζωντάνευες
αυτός/ή/όζωντάνευε
εμείςζωντανεύαμε
εσείςζωντανεύατε
αυτοί/ές/άζωντάνευαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ζωντανεύω
εσύθα ζωντανεύεις
αυτός/ή/όθα ζωντανεύει
εμείςθα ζωντανεύουμε
εσείςθα ζωντανεύετε
αυτοί/ές/άθα ζωντανεύουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ζωντανέψει
εσύέχεις ζωντανέψει
αυτός/ή/όέχει ζωντανέψει
εμείςέχουμε ζωντανέψει
εσείςέχετε ζωντανέψει
αυτοί/ές/άέχουν ζωντανέψει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ζωντανέψει
εσύείχες ζωντανέψει
αυτός/ή/όείχε ζωντανέψει
εμείςείχαμε ζωντανέψει
εσείςείχατε ζωντανέψει
αυτοί/ές/άείχαν ζωντανέψει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ζωντανέψει
εσύθα έχεις ζωντανέψει
αυτός/ή/όθα έχει ζωντανέψει
εμείςθα έχουμε ζωντανέψει
εσείςθα έχετε ζωντανέψει
αυτοί/ές/άθα έχουν ζωντανέψει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύζωντάνεψε
εσείςζωντανέψτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύζωντάνευε
εσείςζωντανεύετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ζωντανέψω
εσύνα ζωντανέψεις
αυτός/ή/όνα ζωντανέψει
εμείςνα ζωντανέψουμε
εσείςνα ζωντανέψετε
αυτοί/ές/άνα ζωντανέψουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ζωντανεύω
εσύνα ζωντανεύεις
αυτός/ή/όνα ζωντανεύει
εμείςνα ζωντανεύουμε
εσείςνα ζωντανεύετε
αυτοί/ές/άνα ζωντανεύουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ζωντανέψει
εσύνα έχεις ζωντανέψει
αυτός/ή/όνα έχει ζωντανέψει
εμείςνα έχουμε ζωντανέψει
εσείςνα έχετε ζωντανέψει
αυτοί/ές/άνα έχουν ζωντανέψει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ζωντανέψει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ζωντανεύοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

ζωντανεμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ζωντάνευα
εσύθα ζωντάνευες
αυτός/ή/όθα ζωντάνευε
εμείςθα ζωντανεύαμε
εσείςθα ζωντανεύατε
αυτοί/ές/άθα ζωντάνευαν