BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ζοχαδιάζω

раздражать, приводить в ярость, сердиться

annoy, exasperate, fret

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώζοχαδιάζω
εσύζοχαδιάζεις
αυτός/ή/όζοχαδιάζει
εμείςζοχαδιάζουμε
εσείςζοχαδιάζετε
αυτοί/ές/άζοχαδιάζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώζοχάδιασα
εσύζοχάδιασες
αυτός/ή/όζοχάδιασε
εμείςζοχαδιάσαμε
εσείςζοχαδιάσατε
αυτοί/ές/άζοχάδιασαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ζοχαδιάσω
εσύθα ζοχαδιάσεις
αυτός/ή/όθα ζοχαδιάσει
εμείςθα ζοχαδιάσουμε
εσείςθα ζοχαδιάσετε
αυτοί/ές/άθα ζοχαδιάσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώζοχάδιαζα
εσύζοχάδιαζες
αυτός/ή/όζοχάδιαζε
εμείςζοχαδιάζαμε
εσείςδοχαδιάζατε
αυτοί/ές/άζοχάδιαζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ζοχαδιάζω
εσύθα ζοχαδιάζεις
αυτός/ή/όθα ζοχαδιάζει
εμείςθα ζοχαδιάζουμε
εσείςθα ζοχαδιάζετε
αυτοί/ές/άθα ζοχαδιάζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ζοχαδιάσει
εσύέχεις ζοχαδιάσει
αυτός/ή/όέχει ζοχαδιάσει
εμείςέχουμε ζοχαδιάσει
εσείςέχετε ζοχαδιάσει
αυτοί/ές/άέχουν ζοχαδιάσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ζοχαδιάσει
εσύείχες ζοχαδιάσει
αυτός/ή/όείχε ζοχαδιάσει
εμείςείχαμε ζοχαδιάσει
εσείςείχατε ζοχαδιάσει
αυτοί/ές/άείχαν ζοχαδιάσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ζοχαδιάσει
εσύθα έχεις ζοχαδιάσει
αυτός/ή/όθα έχει ζοχαδιάσει
εμείςθα έχουμε ζοχαδιάσει
εσείςθα έχετε ζοχαδιάσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ζοχαδιάσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύζοχάδιασε
εσείςζοχαδιάστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύζοχάδιαζε
εσείςζοχαδιάζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ζοχαδιάσω
εσύνα ζοχαδιάσεις
αυτός/ή/όνα ζοχαδιάσει
εμείςνα ζοχαδιάσουμε
εσείςνα ζοχαδιάσετε
αυτοί/ές/άνα ζοχαδιάσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ζοχαδιάζω
εσύνα ζοχαδιάζεις
αυτός/ή/όνα ζοχαδιάζει
εμείςνα ζοχαδιάζουμε
εσείςνα ζοχαδιάζετε
αυτοί/ές/άνα ζοχαδιάζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ζοχαδιάσει
εσύνα έχεις ζοχαδιάσει
αυτός/ή/όνα έχει ζοχαδιάσει
εμείςνα έχουμε ζοχαδιάσει
εσείςνα έχετε ζοχαδιάσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ζοχαδιάσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ζοχαδιάσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ζοχαδιάζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ζοχάδιαζα
εσύθα ζοχάδιαζες
αυτός/ή/όθα ζοχάδιαζε
εμείςθα ζοχαδιάζαμε
εσείςθα δοχαδιάζατε
αυτοί/ές/άθα ζοχάδιαζαν