BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ζηλεύω

ревновать, завидовать

be jealous / envious

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώζηλεύω
εσύζηλεύεις
αυτός/ή/όζηλεύει
εμείςζηλεύουμε
εσείςζηλεύετε
αυτοί/ές/άζηλεύουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώζήλεψα
εσύζήλεψες
αυτός/ή/όζήλεψε
εμείςζηλέψαμε
εσείςζηλέψατε
αυτοί/ές/άζήλεψαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ζηλέψω
εσύθα ζηλέψεις
αυτός/ή/όθα ζηλέψει
εμείςθα ζηλέψουμε
εσείςθα ζηλέψετε
αυτοί/ές/άθα ζηλέψουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώζήλευα
εσύζήλευες
αυτός/ή/όζήλευε
εμείςζηλεύαμε
εσείςζηλεύατε
αυτοί/ές/άζήλευαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ζηλεύω
εσύθα ζηλεύεις
αυτός/ή/όθα ζηλεύει
εμείςθα ζηλεύουμε
εσείςθα ζηλεύετε
αυτοί/ές/άθα ζηλεύουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ζηλέψει
εσύέχεις ζηλέψει
αυτός/ή/όέχει ζηλέψει
εμείςέχουμε ζηλέψει
εσείςέχετε ζηλέψει
αυτοί/ές/άέχουν ζηλέψει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ζηλέψει
εσύείχες ζηλέψει
αυτός/ή/όείχε ζηλέψει
εμείςείχαμε ζηλέψει
εσείςείχατε ζηλέψει
αυτοί/ές/άείχαν ζηλέψει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ζηλέψει
εσύθα έχεις ζηλέψει
αυτός/ή/όθα έχει ζηλέψει
εμείςθα έχουμε ζηλέψει
εσείςθα έχετε ζηλέψει
αυτοί/ές/άθα έχουν ζηλέψει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύζήλεψε
εσείςζηλέψτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύζήλευε
εσείςζηλεύετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ζηλέψω
εσύνα ζηλέψεις
αυτός/ή/όνα ζηλέψει
εμείςνα ζηλέψουμε
εσείςνα ζηλέψετε
αυτοί/ές/άνα ζηλέψουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ζηλεύω
εσύνα ζηλεύεις
αυτός/ή/όνα ζηλεύει
εμείςνα ζηλεύουμε
εσείςνα ζηλεύετε
αυτοί/ές/άνα ζηλεύουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ζηλέψει
εσύνα έχεις ζηλέψει
αυτός/ή/όνα έχει ζηλέψει
εμείςνα έχουμε ζηλέψει
εσείςνα έχετε ζηλέψει
αυτοί/ές/άνα έχουν ζηλέψει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ζηλέψει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ζηλεύοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

ζηλεμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ζήλευα
εσύθα ζήλευες
αυτός/ή/όθα ζήλευε
εμείςθα ζηλεύαμε
εσείςθα ζηλεύατε
αυτοί/ές/άθα ζήλευαν