BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ζεματάω, ζεματώ

сжигать дотла

burn down

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώζεματάω, ζεματώ
εσύζεματάς
αυτός/ή/όζεματάει, ζεματά
εμείςζαματάμε, ζεματούμε
εσείςζεματάτε
αυτοί/ές/άζεματάνε, ζεματούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώζεμάτισα
εσύζεμάτισες
αυτός/ή/όζεμάτισε
εμείςζεματίσαμε
εσείςζεματίσατε
αυτοί/ές/άζεμάτισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ζεματίσω
εσύθα ζεματίσεις
αυτός/ή/όθα ζεματίσει
εμείςθα ζεματίσουμε
εσείςθα ζεματίσετε
αυτοί/ές/άθα ζεματίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώζεμάταγα
εσύζεμάταγες
αυτός/ή/όζεμάταγε
εμείςζεματάγαμε
εσείςζεματάγατε
αυτοί/ές/άζεμάταγαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ζεματάω, ζεματώ
εσύθα ζεματάς
αυτός/ή/όθα ζεματάει, ζεματά
εμείςθα ζαματάμε, ζεματούμε
εσείςθα ζεματάτε
αυτοί/ές/άθα ζεματάνε, ζεματούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ζεματίσει
εσύέχεις ζεματίσει
αυτός/ή/όέχει ζεματίσει
εμείςέχουμε ζεματίσει
εσείςέχετε ζεματίσει
αυτοί/ές/άέχουν ζεματίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ζεματίσει
εσύείχες ζεματίσει
αυτός/ή/όείχε ζεματίσει
εμείςείχαμε ζεματίσει
εσείςείχατε ζεματίσει
αυτοί/ές/άείχαν ζεματίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ζεματίσει
εσύθα έχεις ζεματίσει
αυτός/ή/όθα έχει ζεματίσει
εμείςθα έχουμε ζεματίσει
εσείςθα έχετε ζεματίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ζεματίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύζεμάτισε
εσείςζεματίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύζεμάταγε
εσείςζεματάτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ζεματίσω
εσύνα ζεματίσεις
αυτός/ή/όνα ζεματίσει
εμείςνα ζεματίσουμε
εσείςνα ζεματίσετε
αυτοί/ές/άνα ζεματίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ζεματάω, ζεματώ
εσύνα ζεματάς
αυτός/ή/όνα ζεματάει, ζεματά
εμείςνα ζαματάμε, ζεματούμε
εσείςνα ζεματάτε
αυτοί/ές/άνα ζεματάνε, ζεματούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ζεματίσει
εσύνα έχεις ζεματίσει
αυτός/ή/όνα έχει ζεματίσει
εμείςνα έχουμε ζεματίσει
εσείςνα έχετε ζεματίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ζεματίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ζεματίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ζεματώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ζεμάταγα
εσύθα ζεμάταγες
αυτός/ή/όθα ζεμάταγε
εμείςθα ζεματάγαμε
εσείςθα ζεματάγατε
αυτοί/ές/άθα ζεμάταγαν