BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ζαλίζω

вызывать головокружение, ошеломлять

make dizzy, daze

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώζαλίζω
εσύζαλίζεις
αυτός/ή/όζαλίζει
εμείςζαλίζουμε
εσείςζαλίζετε
αυτοί/ές/άζαλίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώζάλισα
εσύζάλισες
αυτός/ή/όζάλισε
εμείςζαλίσαμε
εσείςζαλίσατε
αυτοί/ές/άζάλισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ζαλίσω
εσύθα ζαλίσεις
αυτός/ή/όθα ζαλίσει
εμείςθα ζαλίσουμε
εσείςθα ζαλίσετε
αυτοί/ές/άθα ζαλίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώζάλιζα
εσύζάλιζες
αυτός/ή/όζάλιζε
εμείςζαλίζαμε
εσείςζαλίζατε
αυτοί/ές/άζάλιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ζαλίζω
εσύθα ζαλίζεις
αυτός/ή/όθα ζαλίζει
εμείςθα ζαλίζουμε
εσείςθα ζαλίζετε
αυτοί/ές/άθα ζαλίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ζαλίσει
εσύέχεις ζαλίσει
αυτός/ή/όέχει ζαλίσει
εμείςέχουμε ζαλίσει
εσείςέχετε ζαλίσει
αυτοί/ές/άέχουν ζαλίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ζαλίσει
εσύείχες ζαλίσει
αυτός/ή/όείχε ζαλίσει
εμείςείχαμε ζαλίσει
εσείςείχατε ζαλίσει
αυτοί/ές/άείχαν ζαλίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ζαλίσει
εσύθα έχεις ζαλίσει
αυτός/ή/όθα έχει ζαλίσει
εμείςθα έχουμε ζαλίσει
εσείςθα έχετε ζαλίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ζαλίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύζάλισε
εσείςζαλίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύζάλιζε
εσείςζαλίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ζαλίσω
εσύνα ζαλίσεις
αυτός/ή/όνα ζαλίσει
εμείςνα ζαλίσουμε
εσείςνα ζαλίσετε
αυτοί/ές/άνα ζαλίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ζαλίζω
εσύνα ζαλίζεις
αυτός/ή/όνα ζαλίζει
εμείςνα ζαλίζουμε
εσείςνα ζαλίζετε
αυτοί/ές/άνα ζαλίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ζαλίσει
εσύνα έχεις ζαλίσει
αυτός/ή/όνα έχει ζαλίσει
εμείςνα έχουμε ζαλίσει
εσείςνα έχετε ζαλίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ζαλίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ζαλίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ζαλίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ζάλιζα
εσύθα ζάλιζες
αυτός/ή/όθα ζάλιζε
εμείςθα ζαλίζαμε
εσείςθα ζαλίζατε
αυτοί/ές/άθα ζάλιζαν