BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

επιχορηγώ

субсидировать

subsidize

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώεπιχορηγώ
εσύεπιχορηγείς
αυτός/ή/όεπιχορηγεί
εμείςεπιχορηγούμε
εσείςεπιχορηγείτε
αυτοί/ές/άεπιχορηγούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώεπιχορήγησα
εσύεπιχορήγησες
αυτός/ή/όεπιχορήγησε
εμείςεπιχορηγήσαμε
εσείςεπιχορηγήσατε
αυτοί/ές/άεπιχορήγησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα επιχορηγήσω
εσύθα επιχορηγήσεις
αυτός/ή/όθα επιχορηγήσει
εμείςθα επιχορηγήσουμε
εσείςθα επιχορηγήσετε
αυτοί/ές/άθα επιχορηγήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώεπιχορηγούσα
εσύεπιχορηγούσες
αυτός/ή/όεπιχορηγούσε
εμείςεπιχορηγούσαμε
εσείςεπιχορηγούσατε
αυτοί/ές/άεπιχορηγούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα επιχορηγώ
εσύθα επιχορηγείς
αυτός/ή/όθα επιχορηγεί
εμείςθα επιχορηγούμε
εσείςθα επιχορηγείτε
αυτοί/ές/άθα επιχορηγούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω επιχορηγήσει
εσύέχεις επιχορηγήσει
αυτός/ή/όέχει επιχορηγήσει
εμείςέχουμε επιχορηγήσει
εσείςέχετε επιχορηγήσει
αυτοί/ές/άέχουν επιχορηγήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα επιχορηγήσει
εσύείχες επιχορηγήσει
αυτός/ή/όείχε επιχορηγήσει
εμείςείχαμε επιχορηγήσει
εσείςείχατε επιχορηγήσει
αυτοί/ές/άείχαν επιχορηγήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω επιχορηγήσει
εσύθα έχεις επιχορηγήσει
αυτός/ή/όθα έχει επιχορηγήσει
εμείςθα έχουμε επιχορηγήσει
εσείςθα έχετε επιχορηγήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν επιχορηγήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύεπιχορήγησε
εσείςεπιχορηγήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςεπιχορηγείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα επιχορηγήσω
εσύνα επιχορηγήσεις
αυτός/ή/όνα επιχορηγήσει
εμείςνα επιχορηγήσουμε
εσείςνα επιχορηγήσετε
αυτοί/ές/άνα επιχορηγήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα επιχορηγώ
εσύνα επιχορηγείς
αυτός/ή/όνα επιχορηγεί
εμείςνα επιχορηγούμε
εσείςνα επιχορηγείτε
αυτοί/ές/άνα επιχορηγούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω επιχορηγήσει
εσύνα έχεις επιχορηγήσει
αυτός/ή/όνα έχει επιχορηγήσει
εμείςνα έχουμε επιχορηγήσει
εσείςνα έχετε επιχορηγήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν επιχορηγήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

επιχορηγήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

επιχορηγώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα επιχορηγούσα
εσύθα επιχορηγούσες
αυτός/ή/όθα επιχορηγούσε
εμείςθα επιχορηγούσαμε
εσείςθα επιχορηγούσατε
αυτοί/ές/άθα επιχορηγούσαν