BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

εξουσιοδοτώ

уполномочивать

authorize

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώεξουσιοδοτώ
εσύεξουσιοδοτείς
αυτός/ή/όεξουσιοδοτεί
εμείςεξουσιοδοτούμε
εσείςεξουσιοδοτείτε
αυτοί/ές/άεξουσιοδοτούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώεξουσιοδότησα
εσύεξουσιοδότησες
αυτός/ή/όεξουσιοδότησε
εμείςεξουσιοδοτήσαμε
εσείςεξουσιοδοτήσατε
αυτοί/ές/άεξουσιοδότησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα εξουσιοδοτήσω
εσύθα εξουσιοδοτήσεις
αυτός/ή/όθα εξουσιοδοτήσει
εμείςθα εξουσιοδοτήσουμε
εσείςθα εξουσιοδοτήσετε
αυτοί/ές/άθα εξουσιοδοτήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώεξουσιοδοτούσα
εσύεξουσιοδοτούσες
αυτός/ή/όεξουσιοδοτούσε
εμείςεξουσιοδοτούσαμε
εσείςεξουσιοδοτούσατε
αυτοί/ές/άεξουσιοδοτούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα εξουσιοδοτώ
εσύθα εξουσιοδοτείς
αυτός/ή/όθα εξουσιοδοτεί
εμείςθα εξουσιοδοτούμε
εσείςθα εξουσιοδοτείτε
αυτοί/ές/άθα εξουσιοδοτούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω εξουσιοδοτήσει
εσύέχεις εξουσιοδοτήσει
αυτός/ή/όέχει εξουσιοδοτήσει
εμείςέχουμε εξουσιοδοτήσει
εσείςέχετε εξουσιοδοτήσει
αυτοί/ές/άέχουν εξουσιοδοτήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα εξουσιοδοτήσει
εσύείχες εξουσιοδοτήσει
αυτός/ή/όείχε εξουσιοδοτήσει
εμείςείχαμε εξουσιοδοτήσει
εσείςείχατε εξουσιοδοτήσει
αυτοί/ές/άείχαν εξουσιοδοτήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω εξουσιοδοτήσει
εσύθα έχεις εξουσιοδοτήσει
αυτός/ή/όθα έχει εξουσιοδοτήσει
εμείςθα έχουμε εξουσιοδοτήσει
εσείςθα έχετε εξουσιοδοτήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν εξουσιοδοτήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύεξουσιοδότησε
εσείςεξουσιοδοτείστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςεξουσιοδοτείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα εξουσιοδοτήσω
εσύνα εξουσιοδοτήσεις
αυτός/ή/όνα εξουσιοδοτήσει
εμείςνα εξουσιοδοτήσουμε
εσείςνα εξουσιοδοτήσετε
αυτοί/ές/άνα εξουσιοδοτήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα εξουσιοδοτώ
εσύνα εξουσιοδοτείς
αυτός/ή/όνα εξουσιοδοτεί
εμείςνα εξουσιοδοτούμε
εσείςνα εξουσιοδοτείτε
αυτοί/ές/άνα εξουσιοδοτούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω εξουσιοδοτήσει
εσύνα έχεις εξουσιοδοτήσει
αυτός/ή/όνα έχει εξουσιοδοτήσει
εμείςνα έχουμε εξουσιοδοτήσει
εσείςνα έχετε εξουσιοδοτήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν εξουσιοδοτήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

εξουσιοδοτήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

εξουσιοδοτώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα εξουσιοδοτούσα
εσύθα εξουσιοδοτούσες
αυτός/ή/όθα εξουσιοδοτούσε
εμείςθα εξουσιοδοτούσαμε
εσείςθα εξουσιοδοτούσατε
αυτοί/ές/άθα εξουσιοδοτούσαν