BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

εξιδανικεύω

идеализировать

idealize

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώεξιδανικεύω
εσύεξιδανικεύεις
αυτός/ή/όεξιδανικεύει
εμείςεξιδανικεύουμε
εσείςεξιδανικεύετε
αυτοί/ές/άεξιδανικεύουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώεξιδανίκευσα
εσύεξιδανίκευσες
αυτός/ή/όεξιδανίκευσε
εμείςεξιδανικεύσαμε
εσείςεξιδανικεύσατε
αυτοί/ές/άεξιδανίκευσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα εξιδανικεύσω
εσύθα εξιδανικεύσεις
αυτός/ή/όθα εξιδανικεύσει
εμείςθα εξιδανικεύσουμε
εσείςθα εξιδανικεύσετε
αυτοί/ές/άθα εξιδανικεύσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώεξιδανίκευα
εσύεξιδανίκευες
αυτός/ή/όεξιδανίκευε
εμείςεξιδανικεύαμε
εσείςεξιδανικεύατε
αυτοί/ές/άεξιδανίκευαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα εξιδανικεύω
εσύθα εξιδανικεύεις
αυτός/ή/όθα εξιδανικεύει
εμείςθα εξιδανικεύουμε
εσείςθα εξιδανικεύετε
αυτοί/ές/άθα εξιδανικεύουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω εξιδανικεύσει
εσύέχεις εξιδανικεύσει
αυτός/ή/όέχει εξιδανικεύσει
εμείςέχουμε εξιδανικεύσει
εσείςέχετε εξιδανικεύσει
αυτοί/ές/άέχουν εξιδανικεύσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα εξιδανικεύσει
εσύείχες εξιδανικεύσει
αυτός/ή/όείχε εξιδανικεύσει
εμείςείχαμε εξιδανικεύσει
εσείςείχατε εξιδανικεύσει
αυτοί/ές/άείχαν εξιδανικεύσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω εξιδανικεύσει
εσύθα έχεις εξιδανικεύσει
αυτός/ή/όθα έχει εξιδανικεύσει
εμείςθα έχουμε εξιδανικεύσει
εσείςθα έχετε εξιδανικεύσει
αυτοί/ές/άθα έχουν εξιδανικεύσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύεξιδανίκευσε
εσείςεξιδανικεύστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύεξιδανίκευε
εσείςεξιδανικεύετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα εξιδανικεύσω
εσύνα εξιδανικεύσεις
αυτός/ή/όνα εξιδανικεύσει
εμείςνα εξιδανικεύσουμε
εσείςνα εξιδανικεύσετε
αυτοί/ές/άνα εξιδανικεύσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα εξιδανικεύω
εσύνα εξιδανικεύεις
αυτός/ή/όνα εξιδανικεύει
εμείςνα εξιδανικεύουμε
εσείςνα εξιδανικεύετε
αυτοί/ές/άνα εξιδανικεύουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω εξιδανικεύσει
εσύνα έχεις εξιδανικεύσει
αυτός/ή/όνα έχει εξιδανικεύσει
εμείςνα έχουμε εξιδανικεύσει
εσείςνα έχετε εξιδανικεύσει
αυτοί/ές/άνα έχουν εξιδανικεύσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

εξιδανικεύσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

εξιδανικεύοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα εξιδανίκευα
εσύθα εξιδανίκευες
αυτός/ή/όθα εξιδανίκευε
εμείςθα εξιδανικεύαμε
εσείςθα εξιδανικεύατε
αυτοί/ές/άθα εξιδανίκευαν