BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

εξελληνίζω

делать кого-либо грекофильским

make somebody Greek-friendly

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώεξελληνίζω
εσύεξελληνίζεις
αυτός/ή/όεξελληνίζει
εμείςεξελληνίζουμε
εσείςεξελληνίζετε
αυτοί/ές/άεξελληνίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώεξελλήνισα
εσύεξελλήνισες
αυτός/ή/όεξελλήνισε
εμείςεξελληνίσαμε
εσείςεξελληνίσατε
αυτοί/ές/άεξελλήνισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα εξελληνίσω
εσύθα εξελληνίσεις
αυτός/ή/όθα εξελληνίσει
εμείςθα εξελληνίσουμε
εσείςθα εξελληνίσετε
αυτοί/ές/άθα εξελληνίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώεξελλήνιζα
εσύεξελλήνιζες
αυτός/ή/όεξελλήνιζε
εμείςεξελληνίζαμε
εσείςεξελληνίζατε
αυτοί/ές/άεξελλήνιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα εξελληνίζω
εσύθα εξελληνίζεις
αυτός/ή/όθα εξελληνίζει
εμείςθα εξελληνίζουμε
εσείςθα εξελληνίζετε
αυτοί/ές/άθα εξελληνίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω εξελληνίσει
εσύέχεις εξελληνίσει
αυτός/ή/όέχει εξελληνίσει
εμείςέχουμε εξελληνίσει
εσείςέχετε εξελληνίσει
αυτοί/ές/άέχουν εξελληνίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα εξελληνίσει
εσύείχες εξελληνίσει
αυτός/ή/όείχε εξελληνίσει
εμείςείχαμε εξελληνίσει
εσείςείχατε εξελληνίσει
αυτοί/ές/άείχαν εξελληνίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω εξελληνίσει
εσύθα έχεις εξελληνίσει
αυτός/ή/όθα έχει εξελληνίσει
εμείςθα έχουμε εξελληνίσει
εσείςθα έχετε εξελληνίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν εξελληνίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύεξελλήνισε
εσείςεξελληνίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύεξελλήνιζε
εσείςεξελληνίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα εξελληνίσω
εσύνα εξελληνίσεις
αυτός/ή/όνα εξελληνίσει
εμείςνα εξελληνίσουμε
εσείςνα εξελληνίσετε
αυτοί/ές/άνα εξελληνίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα εξελληνίζω
εσύνα εξελληνίζεις
αυτός/ή/όνα εξελληνίζει
εμείςνα εξελληνίζουμε
εσείςνα εξελληνίζετε
αυτοί/ές/άνα εξελληνίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω εξελληνίσει
εσύνα έχεις εξελληνίσει
αυτός/ή/όνα έχει εξελληνίσει
εμείςνα έχουμε εξελληνίσει
εσείςνα έχετε εξελληνίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν εξελληνίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

εξελληνίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

εξελληνίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα εξελλήνιζα
εσύθα εξελλήνιζες
αυτός/ή/όθα εξελλήνιζε
εμείςθα εξελληνίζαμε
εσείςθα εξελληνίζατε
αυτοί/ές/άθα εξελλήνιζαν