BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

εξαχρειώνομαι

развращаться, становиться порочным

corrupt, become depraved

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώεξαχρειώνομαι
εσύεξαχρειώνεσαι
αυτός/ή/όεξαχρειώνεται
εμείςεξαχρειωνόμαστε
εσείςεξαχρειώνεστε
αυτοί/ές/άεξαχρειώνονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώεξαχρειώθηκα
εσύεξαχρειώθηκες
αυτός/ή/όεξαχρειώθηκε
εμείςεξαχρειωθήκαμε
εσείςεξαχρειωθήκατε
αυτοί/ές/άεξαχρειώθηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα εξαχρειωθώ
εσύθα εξαχρειωθείς
αυτός/ή/όθα εξαχρειωθεί
εμείςθα εξαχρειωθούμε
εσείςθα εξαχρειωθείτε
αυτοί/ές/άθα εξαχρειωθούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώεξαχρειωνόμουν
εσύεξαχρειωνόσουν
αυτός/ή/όεξαχρειωνόταν
εμείςεξαχρειωνόμαστε
εσείςεξαχρειωνόσαστε
αυτοί/ές/άεξαχρειώνονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα εξαχρειώνομαι
εσύθα εξαχρειώνεσαι
αυτός/ή/όθα εξαχρειώνεται
εμείςθα εξαχρειωνόμαστε
εσείςθα εξαχρειώνεστε
αυτοί/ές/άθα εξαχρειώνονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω εξαχρειωθεί
εσύέχεις εξαχρειωθεί
αυτός/ή/όέχει εξαχρειωθεί
εμείςέχουμε εξαχρειωθεί
εσείςέχετε εξαχρειωθεί
αυτοί/ές/άέχουν εξαχρειωθεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα εξαχρειωθεί
εσύείχες εξαχρειωθεί
αυτός/ή/όείχε εξαχρειωθεί
εμείςείχαμε εξαχρειωθεί
εσείςείχατε εξαχρειωθεί
αυτοί/ές/άείχαν εξαχρειωθεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω εξαχρειωθεί
εσύθα έχεις εξαχρειωθεί
αυτός/ή/όθα έχει εξαχρειωθεί
εμείςθα έχουμε εξαχρειωθεί
εσείςθα έχετε εξαχρειωθεί
αυτοί/ές/άθα έχουν εξαχρειωθεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύεξαχρειώσου
εσείςεξαχρειωθείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςεξαχρειώνεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα εξαχρειωθώ
εσύνα εξαχρειωθείς
αυτός/ή/όνα εξαχρειωθεί
εμείςνα εξαχρειωθούμε
εσείςνα εξαχρειωθείτε
αυτοί/ές/άνα εξαχρειωθούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα εξαχρειώνομαι
εσύνα εξαχρειώνεσαι
αυτός/ή/όνα εξαχρειώνεται
εμείςνα εξαχρειωνόμαστε
εσείςνα εξαχρειώνεστε
αυτοί/ές/άνα εξαχρειώνονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω εξαχρειωθεί
εσύνα έχεις εξαχρειωθεί
αυτός/ή/όνα έχει εξαχρειωθεί
εμείςνα έχουμε εξαχρειωθεί
εσείςνα έχετε εξαχρειωθεί
αυτοί/ές/άνα έχουν εξαχρειωθεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

εξαχρειωθεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα εξαχρειωθώ
εσύθα εξαχρειωθείς
αυτός/ή/όθα εξαχρειωθεί
εμείςθα εξαχρειωθούμε
εσείςθα εξαχρειωθείτε
αυτοί/ές/άθα εξαχρειωθούν