BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

εξατμίζομαι

испаряться

be evaporated

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώεξατμίζομαι
εσύεξατμίζεσαι
αυτός/ή/όεξατμίζεται
εμείςεξατμιζόμαστε
εσείςεξατμίζεστε
αυτοί/ές/άεξατμίζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώεξατμίστηκα
εσύεξατμίστηκες
αυτός/ή/όεξατμίστηκε
εμείςεξατμιστήκαμε
εσείςεξατμιστήκατε
αυτοί/ές/άεξατμίστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα εξατμιστώ
εσύθα εξατμιστείς
αυτός/ή/όθα εξατμιστεί
εμείςθα εξατμιστούμε
εσείςθα εξατμιστείτε
αυτοί/ές/άθα εξατμιστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώεξατμιζόμουν
εσύεξατμιζόσουν
αυτός/ή/όεξατμιζόταν
εμείςεξατμιζόμαστε
εσείςεξατμιζόσαστε
αυτοί/ές/άεξατμίζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα εξατμίζομαι
εσύθα εξατμίζεσαι
αυτός/ή/όθα εξατμίζεται
εμείςθα εξατμιζόμαστε
εσείςθα εξατμίζεστε
αυτοί/ές/άθα εξατμίζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω εξατμιστεί
εσύέχεις εξατμιστεί
αυτός/ή/όέχει εξατμιστεί
εμείςέχουμε εξατμιστεί
εσείςέχετε εξατμιστεί
αυτοί/ές/άέχουν εξατμιστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα εξατμιστεί
εσύείχες εξατμιστεί
αυτός/ή/όείχε εξατμιστεί
εμείςείχαμε εξατμιστεί
εσείςείχατε εξατμιστεί
αυτοί/ές/άείχαν εξατμιστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω εξατμιστεί
εσύθα έχεις εξατμιστεί
αυτός/ή/όθα έχει εξατμιστεί
εμείςθα έχουμε εξατμιστεί
εσείςθα έχετε εξατμιστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν εξατμιστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύεξατμίσου
εσείςεξατμιστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςεξατμίζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα εξατμιστώ
εσύνα εξατμιστείς
αυτός/ή/όνα εξατμιστεί
εμείςνα εξατμιστούμε
εσείςνα εξατμιστείτε
αυτοί/ές/άνα εξατμιστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα εξατμίζομαι
εσύνα εξατμίζεσαι
αυτός/ή/όνα εξατμίζεται
εμείςνα εξατμιζόμαστε
εσείςνα εξατμίζεστε
αυτοί/ές/άνα εξατμίζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω εξατμιστεί
εσύνα έχεις εξατμιστεί
αυτός/ή/όνα έχει εξατμιστεί
εμείςνα έχουμε εξατμιστεί
εσείςνα έχετε εξατμιστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν εξατμιστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

εξατμιστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα εξατμιστώ
εσύθα εξατμιστείς
αυτός/ή/όθα εξατμιστεί
εμείςθα εξατμιστούμε
εσείςθα εξατμιστείτε
αυτοί/ές/άθα εξατμιστούν