BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ενώνομαι

объединяться

be united

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώενώνομαι
εσύενώνεσαι
αυτός/ή/όενώνεται
εμείςενωνόμαστε
εσείςενώνεστε
αυτοί/ές/άενώνονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώενώθηκα
εσύενώθηκες
αυτός/ή/όενώθηκε
εμείςενωθήκαμε
εσείςενωθήκατε
αυτοί/ές/άενώθηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ενωθώ
εσύθα ενωθείς
αυτός/ή/όθα ενωθεί
εμείςθα ενωθούμε
εσείςθα ενωθείτε
αυτοί/ές/άθα ενωθούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώενωνόμουν
εσύενωνόσουν
αυτός/ή/όενωνόταν
εμείςενωνόμαστε
εσείςενωνόσαστε
αυτοί/ές/άενώνονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ενώνομαι
εσύθα ενώνεσαι
αυτός/ή/όθα ενώνεται
εμείςθα ενωνόμαστε
εσείςθα ενώνεστε
αυτοί/ές/άθα ενώνονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ενωθεί
εσύέχεις ενωθεί
αυτός/ή/όέχει ενωθεί
εμείςέχουμε ενωθεί
εσείςέχετε ενωθεί
αυτοί/ές/άέχουν ενωθεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ενωθεί
εσύείχες ενωθεί
αυτός/ή/όείχε ενωθεί
εμείςείχαμε ενωθεί
εσείςείχατε ενωθεί
αυτοί/ές/άείχαν ενωθεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ενωθεί
εσύθα έχεις ενωθεί
αυτός/ή/όθα έχει ενωθεί
εμείςθα έχουμε ενωθεί
εσείςθα έχετε ενωθεί
αυτοί/ές/άθα έχουν ενωθεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύενώσου
εσείςενωθείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςενώνεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ενωθώ
εσύνα ενωθείς
αυτός/ή/όνα ενωθεί
εμείςνα ενωθούμε
εσείςνα ενωθείτε
αυτοί/ές/άνα ενωθούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ενώνομαι
εσύνα ενώνεσαι
αυτός/ή/όνα ενώνεται
εμείςνα ενωνόμαστε
εσείςνα ενώνεστε
αυτοί/ές/άνα ενώνονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ενωθεί
εσύνα έχεις ενωθεί
αυτός/ή/όνα έχει ενωθεί
εμείςνα έχουμε ενωθεί
εσείςνα έχετε ενωθεί
αυτοί/ές/άνα έχουν ενωθεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ενωθεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ενωθώ
εσύθα ενωθείς
αυτός/ή/όθα ενωθεί
εμείςθα ενωθούμε
εσείςθα ενωθείτε
αυτοί/ές/άθα ενωθούν