BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

εντυπωσιάζομαι

быть впечатлённым

be impressed

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώεντυπωσιάζομαι
εσύεντυπωσιάζεσαι
αυτός/ή/όεντυπωσιάζεται
εμείςεντυπωσιαζόμαστε
εσείςεντυπωσιάζεστε
αυτοί/ές/άεντυπωσιάζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώεντυπωσιάστηκα
εσύεντυπωσιάστηκες
αυτός/ή/όεντυπωσιάστηκε
εμείςεντυπωσιαστήκαμε
εσείςεντυπωσιαστήκατε
αυτοί/ές/άεντυπωσιάστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα εντυπωσιαστώ
εσύθα εντυπωσιαστείς
αυτός/ή/όθα εντυπωσιαστεί
εμείςθα εντυπωσιαστούμε
εσείςθα εντυπωσιαστείτε
αυτοί/ές/άθα εντυπωσιαστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώεντυπωσιαζόμουν
εσύεντυπωσιαζόσουν
αυτός/ή/όεντυπωσιαζόταν
εμείςεντυπωσιαζόμαστε
εσείςεντυπωσιαζόσαστε
αυτοί/ές/άεντυπωσιάζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα εντυπωσιάζομαι
εσύθα εντυπωσιάζεσαι
αυτός/ή/όθα εντυπωσιάζεται
εμείςθα εντυπωσιαζόμαστε
εσείςθα εντυπωσιάζεστε
αυτοί/ές/άθα εντυπωσιάζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω εντυπωσιαστεί
εσύέχεις εντυπωσιαστεί
αυτός/ή/όέχει εντυπωσιαστεί
εμείςέχουμε εντυπωσιαστεί
εσείςέχετε εντυπωσιαστεί
αυτοί/ές/άέχουν εντυπωσιαστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα εντυπωσιαστεί
εσύείχες εντυπωσιαστεί
αυτός/ή/όείχε εντυπωσιαστεί
εμείςείχαμε εντυπωσιαστεί
εσείςείχατε εντυπωσιαστεί
αυτοί/ές/άείχαν εντυπωσιαστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω εντυπωσιαστεί
εσύθα έχεις εντυπωσιαστεί
αυτός/ή/όθα έχει εντυπωσιαστεί
εμείςθα έχουμε εντυπωσιαστεί
εσείςθα έχετε εντυπωσιαστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν εντυπωσιαστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύεντυπωσιάσου
εσείςεντυπωσιαστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςεντυπωσιάζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα εντυπωσιαστώ
εσύνα εντυπωσιαστείς
αυτός/ή/όνα εντυπωσιαστεί
εμείςνα εντυπωσιαστούμε
εσείςνα εντυπωσιαστείτε
αυτοί/ές/άνα εντυπωσιαστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα εντυπωσιάζομαι
εσύνα εντυπωσιάζεσαι
αυτός/ή/όνα εντυπωσιάζεται
εμείςνα εντυπωσιαζόμαστε
εσείςνα εντυπωσιάζεστε
αυτοί/ές/άνα εντυπωσιάζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω εντυπωσιαστεί
εσύνα έχεις εντυπωσιαστεί
αυτός/ή/όνα έχει εντυπωσιαστεί
εμείςνα έχουμε εντυπωσιαστεί
εσείςνα έχετε εντυπωσιαστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν εντυπωσιαστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

εντυπωσιαστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα εντυπωσιαστώ
εσύθα εντυπωσιαστείς
αυτός/ή/όθα εντυπωσιαστεί
εμείςθα εντυπωσιαστούμε
εσείςθα εντυπωσιαστείτε
αυτοί/ές/άθα εντυπωσιαστούν