BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ενταφιάζομαι

быть погребённым, быть похороненным

be entombed, buried

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώενταφιάζομαι
εσύενταφιάζεσαι
αυτός/ή/όενταφιάζεται
εμείςενταφιαζόμαστε
εσείςενταφιάζεστε
αυτοί/ές/άενταφιάζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώενταφιάστηκα
εσύενταφιάστηκες
αυτός/ή/όενταφιάστηκε
εμείςενταφιαστήκαμε
εσείςενταφιαστήκατε
αυτοί/ές/άενταφιάστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ενταφιαστώ
εσύθα ενταφιαστείς
αυτός/ή/όθα ενταφιαστεί
εμείςθα ενταφιαστούμε
εσείςθα ενταφιαστείτε
αυτοί/ές/άθα ενταφιαστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώενταφιαζόμουν
εσύενταφιαζόσουν
αυτός/ή/όενταφιαζόταν
εμείςενταφιαζόμαστε
εσείςενταφιαζόσαστε
αυτοί/ές/άενταφιάζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ενταφιάζομαι
εσύθα ενταφιάζεσαι
αυτός/ή/όθα ενταφιάζεται
εμείςθα ενταφιαζόμαστε
εσείςθα ενταφιάζεστε
αυτοί/ές/άθα ενταφιάζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ενταφιαστεί
εσύέχεις ενταφιαστεί
αυτός/ή/όέχει ενταφιαστεί
εμείςέχουμε ενταφιαστεί
εσείςέχετε ενταφιαστεί
αυτοί/ές/άέχουν ενταφιαστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ενταφιαστεί
εσύείχες ενταφιαστεί
αυτός/ή/όείχε ενταφιαστεί
εμείςείχαμε ενταφιαστεί
εσείςείχατε ενταφιαστεί
αυτοί/ές/άείχαν ενταφιαστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ενταφιαστεί
εσύθα έχεις ενταφιαστεί
αυτός/ή/όθα έχει ενταφιαστεί
εμείςθα έχουμε ενταφιαστεί
εσείςθα έχετε ενταφιαστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν ενταφιαστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύενταφιάσου
εσείςενταφιαστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςενταφιάζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ενταφιαστώ
εσύνα ενταφιαστείς
αυτός/ή/όνα ενταφιαστεί
εμείςνα ενταφιαστούμε
εσείςνα ενταφιαστείτε
αυτοί/ές/άνα ενταφιαστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ενταφιάζομαι
εσύνα ενταφιάζεσαι
αυτός/ή/όνα ενταφιάζεται
εμείςνα ενταφιαζόμαστε
εσείςνα ενταφιάζεστε
αυτοί/ές/άνα ενταφιάζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ενταφιαστεί
εσύνα έχεις ενταφιαστεί
αυτός/ή/όνα έχει ενταφιαστεί
εμείςνα έχουμε ενταφιαστεί
εσείςνα έχετε ενταφιαστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν ενταφιαστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ενταφιαστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ενταφιαστώ
εσύθα ενταφιαστείς
αυτός/ή/όθα ενταφιαστεί
εμείςθα ενταφιαστούμε
εσείςθα ενταφιαστείτε
αυτοί/ές/άθα ενταφιαστούν