BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ενσαρκώνω

воплощать

incarnate

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώενσαρκώνω
εσύενσαρκώνεις
αυτός/ή/όενσαρκώνει
εμείςενσαρκώνουμε
εσείςενσαρκώνετε
αυτοί/ές/άενσαρκώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώενσάρκωσα
εσύενσάρκωσες
αυτός/ή/όενσάρκωσε
εμείςενσαρκώσαμε
εσείςενσαρκώσατε
αυτοί/ές/άενσάρκωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ενσαρκώσω
εσύθα ενσαρκώσεις
αυτός/ή/όθα ενσαρκώσει
εμείςθα ενσαρκώσουμε
εσείςθα ενσαρκώσετε
αυτοί/ές/άθα ενσαρκώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώενσάρκωνα
εσύενσάρκωνες
αυτός/ή/όενσάρκωνε
εμείςενσαρκώναμε
εσείςενσαρκώνατε
αυτοί/ές/άενσάρκωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ενσαρκώνω
εσύθα ενσαρκώνεις
αυτός/ή/όθα ενσαρκώνει
εμείςθα ενσαρκώνουμε
εσείςθα ενσαρκώνετε
αυτοί/ές/άθα ενσαρκώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ενσαρκώσει
εσύέχεις ενσαρκώσει
αυτός/ή/όέχει ενσαρκώσει
εμείςέχουμε ενσαρκώσει
εσείςέχετε ενσαρκώσει
αυτοί/ές/άέχουν ενσαρκώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ενσαρκώσει
εσύείχες ενσαρκώσει
αυτός/ή/όείχε ενσαρκώσει
εμείςείχαμε ενσαρκώσει
εσείςείχατε ενσαρκώσει
αυτοί/ές/άείχαν ενσαρκώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ενσαρκώσει
εσύθα έχεις ενσαρκώσει
αυτός/ή/όθα έχει ενσαρκώσει
εμείςθα έχουμε ενσαρκώσει
εσείςθα έχετε ενσαρκώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ενσαρκώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύενσάρκωσε
εσείςενσαρκώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύενσάρκωνε
εσείςενσαρκώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ενσαρκώσω
εσύνα ενσαρκώσεις
αυτός/ή/όνα ενσαρκώσει
εμείςνα ενσαρκώσουμε
εσείςνα ενσαρκώσετε
αυτοί/ές/άνα ενσαρκώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ενσαρκώνω
εσύνα ενσαρκώνεις
αυτός/ή/όνα ενσαρκώνει
εμείςνα ενσαρκώνουμε
εσείςνα ενσαρκώνετε
αυτοί/ές/άνα ενσαρκώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ενσαρκώσει
εσύνα έχεις ενσαρκώσει
αυτός/ή/όνα έχει ενσαρκώσει
εμείςνα έχουμε ενσαρκώσει
εσείςνα έχετε ενσαρκώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ενσαρκώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ενσαρκώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ενσαρκώνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ενσάρκωνα
εσύθα ενσάρκωνες
αυτός/ή/όθα ενσάρκωνε
εμείςθα ενσαρκώναμε
εσείςθα ενσαρκώνατε
αυτοί/ές/άθα ενσάρκωναν