BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

εμψυχώνω

оживлять, воодушевлять, вдохновлять, поощрять

animate, uplift, vitalize, encourage

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώεμψυχώνω
εσύεμψυχώνεις
αυτός/ή/όεμψυχώνει
εμείςεμψυχώνουμε
εσείςεμψυχώνετε
αυτοί/ές/άεμψυχώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώεμψύχωσα
εσύεμψύχωσες
αυτός/ή/όεμψύχωσε
εμείςεμψυχώσαμε
εσείςεμψυχώσατε
αυτοί/ές/άεμψύχωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα εμψυχώσω
εσύθα εμψυχώσεις
αυτός/ή/όθα εμψυχώσει
εμείςθα εμψυχώσουμε
εσείςθα εμψυχώσετε
αυτοί/ές/άθα εμψυχώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώεμψύχωνα
εσύεμψύχωνες
αυτός/ή/όεμψύχωνε
εμείςεμψυχώναμε
εσείςεμψυχώνατε
αυτοί/ές/άεμψύχωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα εμψυχώνω
εσύθα εμψυχώνεις
αυτός/ή/όθα εμψυχώνει
εμείςθα εμψυχώνουμε
εσείςθα εμψυχώνετε
αυτοί/ές/άθα εμψυχώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω εμψυχώσει
εσύέχεις εμψυχώσει
αυτός/ή/όέχει εμψυχώσει
εμείςέχουμε εμψυχώσει
εσείςέχετε εμψυχώσει
αυτοί/ές/άέχουν εμψυχώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα εμψυχώσει
εσύείχες εμψυχώσει
αυτός/ή/όείχε εμψυχώσει
εμείςείχαμε εμψυχώσει
εσείςείχατε εμψυχώσει
αυτοί/ές/άείχαν εμψυχώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω εμψυχώσει
εσύθα έχεις εμψυχώσει
αυτός/ή/όθα έχει εμψυχώσει
εμείςθα έχουμε εμψυχώσει
εσείςθα έχετε εμψυχώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν εμψυχώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύεμψύχωσε
εσείςεμψυχώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύεμψύχωνε
εσείςεμψυχώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα εμψυχώσω
εσύνα εμψυχώσεις
αυτός/ή/όνα εμψυχώσει
εμείςνα εμψυχώσουμε
εσείςνα εμψυχώσετε
αυτοί/ές/άνα εμψυχώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα εμψυχώνω
εσύνα εμψυχώνεις
αυτός/ή/όνα εμψυχώνει
εμείςνα εμψυχώνουμε
εσείςνα εμψυχώνετε
αυτοί/ές/άνα εμψυχώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω εμψυχώσει
εσύνα έχεις εμψυχώσει
αυτός/ή/όνα έχει εμψυχώσει
εμείςνα έχουμε εμψυχώσει
εσείςνα έχετε εμψυχώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν εμψυχώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

εμψυχώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

εμψυχώνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα εμψύχωνα
εσύθα εμψύχωνες
αυτός/ή/όθα εμψύχωνε
εμείςθα εμψυχώναμε
εσείςθα εμψυχώνατε
αυτοί/ές/άθα εμψύχωναν