BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

εμποδίζω

мешать, предотвращать, препятствовать

hinder, prevent, impede

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώεμποδίζω
εσύεμποδίζεις
αυτός/ή/όεμποδίζει
εμείςεμποδίζουμε
εσείςεμποδίζετε
αυτοί/ές/άεμποδίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώεμπόδισα
εσύεμπόδισες
αυτός/ή/όεμπόδισε
εμείςεμποδίσαμε
εσείςεμποδίσατε
αυτοί/ές/άεμπόδισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα εμποδίσω
εσύθα εμποδίσεις
αυτός/ή/όθα εμποδίσει
εμείςθα εμποδίσουμε
εσείςθα εμποδίσετε
αυτοί/ές/άθα εμποδίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώεμπόδιζα
εσύεμπόδιζες
αυτός/ή/όεμπόδιζε
εμείςεμποδίζαμε
εσείςεμποδίζατε
αυτοί/ές/άεμπόδιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα εμποδίζω
εσύθα εμποδίζεις
αυτός/ή/όθα εμποδίζει
εμείςθα εμποδίζουμε
εσείςθα εμποδίζετε
αυτοί/ές/άθα εμποδίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω εμποδίσει
εσύέχεις εμποδίσει
αυτός/ή/όέχει εμποδίσει
εμείςέχουμε εμποδίσει
εσείςέχετε εμποδίσει
αυτοί/ές/άέχουν εμποδίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα εμποδίσει
εσύείχες εμποδίσει
αυτός/ή/όείχε εμποδίσει
εμείςείχαμε εμποδίσει
εσείςείχατε εμποδίσει
αυτοί/ές/άείχαν εμποδίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω εμποδίσει
εσύθα έχεις εμποδίσει
αυτός/ή/όθα έχει εμποδίσει
εμείςθα έχουμε εμποδίσει
εσείςθα έχετε εμποδίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν εμποδίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύεμπόδισε
εσείςεμποδίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύεμπόδιζε
εσείςεμποδίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα εμποδίσω
εσύνα εμποδίσεις
αυτός/ή/όνα εμποδίσει
εμείςνα εμποδίσουμε
εσείςνα εμποδίσετε
αυτοί/ές/άνα εμποδίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα εμποδίζω
εσύνα εμποδίζεις
αυτός/ή/όνα εμποδίζει
εμείςνα εμποδίζουμε
εσείςνα εμποδίζετε
αυτοί/ές/άνα εμποδίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω εμποδίσει
εσύνα έχεις εμποδίσει
αυτός/ή/όνα έχει εμποδίσει
εμείςνα έχουμε εμποδίσει
εσείςνα έχετε εμποδίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν εμποδίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

εμποδίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

εμποδίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα εμπόδιζα
εσύθα εμπόδιζες
αυτός/ή/όθα εμπόδιζε
εμείςθα εμποδίζαμε
εσείςθα εμποδίζατε
αυτοί/ές/άθα εμπόδιζαν