BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

εκσφενδονίζω

метать, швырять

project, sling

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώεκσφενδονίζω
εσύεκσφενδονίζεις
αυτός/ή/όεκσφενδονίζει
εμείςεκσφενδονίζουμε
εσείςεκσφενδονίζετε
αυτοί/ές/άεκσφενδονίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώεκσφςνδόνισα
εσύεκσφενδόνισες
αυτός/ή/όεκσφενδόνισε
εμείςεκσφενδονίσαμε
εσείςεκσφενδονίσατε
αυτοί/ές/άεκσφενδόνισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα εκσφενδονίσω
εσύθα εκσφενδονίσεις
αυτός/ή/όθα εκσφενδονίσει
εμείςθα εκσφενδονίσουμε
εσείςθα εκσφενδονίσετε
αυτοί/ές/άθα εκσφενδονίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώεκσφενδόνιζα
εσύεκσφενδόνιζες
αυτός/ή/όεκσφενδόνιζε
εμείςεκσφενδονίζαμε
εσείςεκσφενδονίζατε
αυτοί/ές/άεκσφενδόνιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα εκσφενδονίζω
εσύθα εκσφενδονίζεις
αυτός/ή/όθα εκσφενδονίζει
εμείςθα εκσφενδονίζουμε
εσείςθα εκσφενδονίζετε
αυτοί/ές/άθα εκσφενδονίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω εκσφενδονίσει
εσύέχεις εκσφενδονίσει
αυτός/ή/όέχει εκσφενδονίσει
εμείςέχουμε εκσφενδονίσει
εσείςέχετε εκσφενδονίσει
αυτοί/ές/άέχουν εκσφενδονίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα εκσφενδονίσει
εσύείχες εκσφενδονίσει
αυτός/ή/όείχε εκσφενδονίσει
εμείςείχαμε εκσφενδονίσει
εσείςείχατε εκσφενδονίσει
αυτοί/ές/άείχαν εκσφενδονίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω εκσφενδονίσει
εσύθα έχεις εκσφενδονίσει
αυτός/ή/όθα έχει εκσφενδονίσει
εμείςθα έχουμε εκσφενδονίσει
εσείςθα έχετε εκσφενδονίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν εκσφενδονίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύεκσφενδόνισε
εσείςεκσφενδονίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύεκσφενδόνιζε
εσείςεκσφενδονίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα εκσφενδονίσω
εσύνα εκσφενδονίσεις
αυτός/ή/όνα εκσφενδονίσει
εμείςνα εκσφενδονίσουμε
εσείςνα εκσφενδονίσετε
αυτοί/ές/άνα εκσφενδονίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα εκσφενδονίζω
εσύνα εκσφενδονίζεις
αυτός/ή/όνα εκσφενδονίζει
εμείςνα εκσφενδονίζουμε
εσείςνα εκσφενδονίζετε
αυτοί/ές/άνα εκσφενδονίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω εκσφενδονίσει
εσύνα έχεις εκσφενδονίσει
αυτός/ή/όνα έχει εκσφενδονίσει
εμείςνα έχουμε εκσφενδονίσει
εσείςνα έχετε εκσφενδονίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν εκσφενδονίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

εκσφενδονίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

εκσφενδονίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα εκσφενδόνιζα
εσύθα εκσφενδόνιζες
αυτός/ή/όθα εκσφενδόνιζε
εμείςθα εκσφενδονίζαμε
εσείςθα εκσφενδονίζατε
αυτοί/ές/άθα εκσφενδόνιζαν