BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

εκπληρώνω

исполнять, выполнять, совершать

fulfill, perform, accomplish

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώεκπληρώνω
εσύεκπληρώνεις
αυτός/ή/όεκπληρώνει
εμείςεκπληρώνουμε
εσείςεκπληρώνετε
αυτοί/ές/άεκπληρώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώεκπλήρωσα
εσύεκπλήρωσες
αυτός/ή/όεκπλήρωσε
εμείςεκπληρώσαμε
εσείςεκπληρώσατε
αυτοί/ές/άεκπλήρωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα εκπληρώσω
εσύθα εκπληρώσεις
αυτός/ή/όθα εκπληρώσει
εμείςθα εκπληρώσουμε
εσείςθα εκπληρώσετε
αυτοί/ές/άθα εκπληρώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώεκπλήρωνα
εσύεκπλήρωνες
αυτός/ή/όεκπλήρωνε
εμείςεκπληρώναμε
εσείςεπληρώνατε
αυτοί/ές/άεκπλήρωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα εκπληρώνω
εσύθα εκπληρώνεις
αυτός/ή/όθα εκπληρώνει
εμείςθα εκπληρώνουμε
εσείςθα εκπληρώνετε
αυτοί/ές/άθα εκπληρώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω εκπληρώσει
εσύέχεις εκπληρώσει
αυτός/ή/όέχει εκπληρώσει
εμείςέχουμε εκπληρώσει
εσείςέχετε εκπληρώσει
αυτοί/ές/άέχουν εκπληρώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα εκπληρώσει
εσύείχες εκπληρώσει
αυτός/ή/όείχε εκπληρώσει
εμείςείχαμε εκπληρώσει
εσείςείχατε εκπληρώσει
αυτοί/ές/άείχαν εκπληρώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω εκπληρώσει
εσύθα έχεις εκπληρώσει
αυτός/ή/όθα έχει εκπληρώσει
εμείςθα έχουμε εκπληρώσει
εσείςθα έχετε εκπληρώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν εκπληρώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύεκπλήρωσε
εσείςεκπληρώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύεκπλήρωνε
εσείςεκπληρώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα εκπληρώσω
εσύνα εκπληρώσεις
αυτός/ή/όνα εκπληρώσει
εμείςνα εκπληρώσουμε
εσείςνα εκπληρώσετε
αυτοί/ές/άνα εκπληρώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα εκπληρώνω
εσύνα εκπληρώνεις
αυτός/ή/όνα εκπληρώνει
εμείςνα εκπληρώνουμε
εσείςνα εκπληρώνετε
αυτοί/ές/άνα εκπληρώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω εκπληρώσει
εσύνα έχεις εκπληρώσει
αυτός/ή/όνα έχει εκπληρώσει
εμείςνα έχουμε εκπληρώσει
εσείςνα έχετε εκπληρώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν εκπληρώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

εκπληρώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

εκπληρώνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα εκπλήρωνα
εσύθα εκπλήρωνες
αυτός/ή/όθα εκπλήρωνε
εμείςθα εκπληρώναμε
εσείςθα επληρώνατε
αυτοί/ές/άθα εκπλήρωναν