BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

εκμυστηρεύομαι

доверять тайну, признаваться

confide, confess

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώεκμυστηρεύομαι
εσύεκμυστηρεύεσαι
αυτός/ή/όεκμυστηρεύεται
εμείςεκμυστηρευόμαστε
εσείςεκμυστηρεύεστε
αυτοί/ές/άεκμυστηρεύονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώεκμυστηρεύτηκα
εσύεκμυστηρεύτηκες
αυτός/ή/όεκμυστηρεύτηκε
εμείςεκμυστηρευτήκαμε
εσείςεκμυστηρευτήκατε
αυτοί/ές/άεκμυστηρεύτηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα εκμυστηρευτώ
εσύθα εκμυστηρευτείς
αυτός/ή/όθα εκμυστηρευτεί
εμείςθα εκμυστηρευτούμε
εσείςθα εκμυστηρευτείτε
αυτοί/ές/άθα εκμυστηρευτούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώεκμυστηρευόμουν
εσύεκμυστηρευόσουν
αυτός/ή/όεκμυστηρευόταν
εμείςεκμυστηρευόμαστε
εσείςεκμυστηρευόσαστε
αυτοί/ές/άεκμυστηρεύονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα εκμυστηρεύομαι
εσύθα εκμυστηρεύεσαι
αυτός/ή/όθα εκμυστηρεύεται
εμείςθα εκμυστηρευόμαστε
εσείςθα εκμυστηρεύεστε
αυτοί/ές/άθα εκμυστηρεύονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω εκμυστηρευτεί
εσύέχεις εκμυστηρευτεί
αυτός/ή/όέχει εκμυστηρευτεί
εμείςέχουμε εκμυστηρευτεί
εσείςέχετε εκμυστηρευτεί
αυτοί/ές/άέχουν εκμυστηρευτεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα εκμυστηρευτεί
εσύείχες εκμυστηρευτεί
αυτός/ή/όείχε εκμυστηρευτεί
εμείςείχαμε εκμυστηρευτεί
εσείςείχατε εκμυστηρευτεί
αυτοί/ές/άείχαν εκμυστηρευτεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω εκμυστηρευτεί
εσύθα έχεις εκμυστηρευτεί
αυτός/ή/όθα έχει εκμυστηρευτεί
εμείςθα έχουμε εκμυστηρευτεί
εσείςθα έχετε εκμυστηρευτεί
αυτοί/ές/άθα έχουν εκμυστηρευτεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύεκμυστηρεύσου
εσείςεκμυστηρευτείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςεκμυστηρεύεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα εκμυστηρευτώ
εσύνα εκμυστηρευτείς
αυτός/ή/όνα εκμυστηρευτεί
εμείςνα εκμυστηρευτούμε
εσείςνα εκμυστηρευτείτε
αυτοί/ές/άνα εκμυστηρευτούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα εκμυστηρεύομαι
εσύνα εκμυστηρεύεσαι
αυτός/ή/όνα εκμυστηρεύεται
εμείςνα εκμυστηρευόμαστε
εσείςνα εκμυστηρεύεστε
αυτοί/ές/άνα εκμυστηρεύονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω εκμυστηρευτεί
εσύνα έχεις εκμυστηρευτεί
αυτός/ή/όνα έχει εκμυστηρευτεί
εμείςνα έχουμε εκμυστηρευτεί
εσείςνα έχετε εκμυστηρευτεί
αυτοί/ές/άνα έχουν εκμυστηρευτεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

εκμυστηρευτεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα εκμυστηρευτώ
εσύθα εκμυστηρευτείς
αυτός/ή/όθα εκμυστηρευτεί
εμείςθα εκμυστηρευτούμε
εσείςθα εκμυστηρευτείτε
αυτοί/ές/άθα εκμυστηρευτούν