BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

εκλαϊκεύομαι

становиться упрощённым, популярным

become simplified, popular

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώεκλαϊκεύομαι
εσύεκλαϊκεύεσαι
αυτός/ή/όεκλαϊκεύεται
εμείςεκλαϊκευόμαστε
εσείςεκλαϊκεύεστε
αυτοί/ές/άεκλαϊκεύονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώεκλαϊκεύτηκα
εσύεκλαϊκεύτηκες
αυτός/ή/όεκλαϊκεύτηκε
εμείςεκλαϊκευτήκαμε
εσείςεκλαϊκευτήκατε
αυτοί/ές/άεκλαϊκεύτηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα εκλαϊκευτώ
εσύθα εκλαϊκευτείς
αυτός/ή/όθα εκλαϊκευτεί
εμείςθα εκλαϊκευτούμε
εσείςθα εκλαϊκευτείτε
αυτοί/ές/άθα εκλαϊκευτούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώεκλαϊκευόμουν
εσύεκλαϊκευόσουν
αυτός/ή/όεκλαϊκευόταν
εμείςεκλαϊκευόμαστε
εσείςεκλαϊκευόσαστε
αυτοί/ές/άεκλαϊκεύονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα εκλαϊκεύομαι
εσύθα εκλαϊκεύεσαι
αυτός/ή/όθα εκλαϊκεύεται
εμείςθα εκλαϊκευόμαστε
εσείςθα εκλαϊκεύεστε
αυτοί/ές/άθα εκλαϊκεύονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω εκλαϊκευτεί
εσύέχεις εκλαϊκευτεί
αυτός/ή/όέχει εκλαϊκευτεί
εμείςέχουμε εκλαϊκευτεί
εσείςέχετε εκλαϊκευτεί
αυτοί/ές/άέχουν εκλαϊκευτεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα εκλαϊκευτεί
εσύείχες εκλαϊκευτεί
αυτός/ή/όείχε εκλαϊκευτεί
εμείςείχαμε εκλαϊκευτεί
εσείςείχατε εκλαϊκευτεί
αυτοί/ές/άείχαν εκλαϊκευτεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω εκλαϊκευτεί
εσύθα έχεις εκλαϊκευτεί
αυτός/ή/όθα έχει εκλαϊκευτεί
εμείςθα έχουμε εκλαϊκευτεί
εσείςθα έχετε εκλαϊκευτεί
αυτοί/ές/άθα έχουν εκλαϊκευτεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύεκλαϊκεύσου
εσείςεκλαϊκευτείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςεκλαϊκεύεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα εκλαϊκευτώ
εσύνα εκλαϊκευτείς
αυτός/ή/όνα εκλαϊκευτεί
εμείςνα εκλαϊκευτούμε
εσείςνα εκλαϊκευτείτε
αυτοί/ές/άνα εκλαϊκευτούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα εκλαϊκεύομαι
εσύνα εκλαϊκεύεσαι
αυτός/ή/όνα εκλαϊκεύεται
εμείςνα εκλαϊκευόμαστε
εσείςνα εκλαϊκεύεστε
αυτοί/ές/άνα εκλαϊκεύονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω εκλαϊκευτεί
εσύνα έχεις εκλαϊκευτεί
αυτός/ή/όνα έχει εκλαϊκευτεί
εμείςνα έχουμε εκλαϊκευτεί
εσείςνα έχετε εκλαϊκευτεί
αυτοί/ές/άνα έχουν εκλαϊκευτεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

εκλαϊκευτεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα εκλαϊκευτώ
εσύθα εκλαϊκευτείς
αυτός/ή/όθα εκλαϊκευτεί
εμείςθα εκλαϊκευτούμε
εσείςθα εκλαϊκευτείτε
αυτοί/ές/άθα εκλαϊκευτούν