BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

εγκλωβίζω

запирать, ловить в ловушку

cage, trap

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώεγκλωβίζω
εσύεγκλωβίζεις
αυτός/ή/όεγκλωβίζει
εμείςεγκλωβίζουμε
εσείςεγκλωβίζετε
αυτοί/ές/άεγκλωβίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώεγκλώβισα
εσύεγκλώβισες
αυτός/ή/όεγκλώβισε
εμείςεγκλωβίσαμε
εσείςεγκλωβίσατε
αυτοί/ές/άεγκλώβισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα εγκλωβίσω
εσύθα εγκλωβίσεις
αυτός/ή/όθα εγκλωβίσει
εμείςθα εγκλωβίσουμε
εσείςθα εγκλωβίσετε
αυτοί/ές/άθα εγκλωβίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώεγκλώβιζα
εσύεγκλώβιζες
αυτός/ή/όεγκλώβιζε
εμείςεγκλωβίζαμε
εσείςεγκλωβίζατε
αυτοί/ές/άεγκλώβιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα εγκλωβίζω
εσύθα εγκλωβίζεις
αυτός/ή/όθα εγκλωβίζει
εμείςθα εγκλωβίζουμε
εσείςθα εγκλωβίζετε
αυτοί/ές/άθα εγκλωβίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω εγκλωβίσει
εσύέχεις εγκλωβίσει
αυτός/ή/όέχει εγκλωβίσει
εμείςέχουμε εγκλωβίσει
εσείςέχετε εγκλωβίσει
αυτοί/ές/άέχουν εγκλωβίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα εγκλωβίσει
εσύείχες εγκλωβίσει
αυτός/ή/όείχε εγκλωβίσει
εμείςείχαμε εγκλωβίσει
εσείςείχατε εγκλωβίσει
αυτοί/ές/άείχαν εγκλωβίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω εγκλωβίσει
εσύθα έχεις εγκλωβίσει
αυτός/ή/όθα έχει εγκλωβίσει
εμείςθα έχουμε εγκλωβίσει
εσείςθα έχετε εγκλωβίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν εγκλωβίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύεγκλώβισε
εσείςεγκλωβίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύεγκλώβιζε
εσείςεγκλωβίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα εγκλωβίσω
εσύνα εγκλωβίσεις
αυτός/ή/όνα εγκλωβίσει
εμείςνα εγκλωβίσουμε
εσείςνα εγκλωβίσετε
αυτοί/ές/άνα εγκλωβίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα εγκλωβίζω
εσύνα εγκλωβίζεις
αυτός/ή/όνα εγκλωβίζει
εμείςνα εγκλωβίζουμε
εσείςνα εγκλωβίζετε
αυτοί/ές/άνα εγκλωβίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω εγκλωβίσει
εσύνα έχεις εγκλωβίσει
αυτός/ή/όνα έχει εγκλωβίσει
εμείςνα έχουμε εγκλωβίσει
εσείςνα έχετε εγκλωβίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν εγκλωβίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

εγκλωβίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

εγκλωβίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα εγκλώβιζα
εσύθα εγκλώβιζες
αυτός/ή/όθα εγκλώβιζε
εμείςθα εγκλωβίζαμε
εσείςθα εγκλωβίζατε
αυτοί/ές/άθα εγκλώβιζαν