BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

εγκαταλείπω

покидать, оставлять, бросать

abandon, leave, quit, desert

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώεγκαταλείπω
εσύεγκαταλείπεις
αυτός/ή/όεγκαταλείπει
εμείςεγκαταλείπουμε
εσείςεγκαταλείπετε
αυτοί/ές/άεγκαταλείπουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώεγκατέλειψα
εσύεγκατέλειψες
αυτός/ή/όεγκατέλειψε
εμείςεγκαταλείψαμε
εσείςεγκαταλείψατε
αυτοί/ές/άεγκατέλειψαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα εγκαταλείψω
εσύθα εγκαταλείψεις
αυτός/ή/όθα εγκαταλείψει
εμείςθα εγκαταλείψουμε
εσείςθα εγκαταλείψετε
αυτοί/ές/άθα εγκαταλείψουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώεγκατέλειπα
εσύεγκατέλειπες
αυτός/ή/όεγκατέλειπε
εμείςεγκαταλείπαμε
εσείςεγκαταλείπατε
αυτοί/ές/άεγκατέλειπαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα εγκαταλείπω
εσύθα εγκαταλείπεις
αυτός/ή/όθα εγκαταλείπει
εμείςθα εγκαταλείπουμε
εσείςθα εγκαταλείπετε
αυτοί/ές/άθα εγκαταλείπουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω εγκαταλείψει
εσύέχεις εγκαταλείψει
αυτός/ή/όέχει εγκαταλείψει
εμείςέχουμε εγκαταλείψει
εσείςέχετε εγκαταλείψει
αυτοί/ές/άέχουν εγκαταλείψει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα εγκαταλείψει
εσύείχες εγκαταλείψει
αυτός/ή/όείχε εγκαταλείψει
εμείςείχαμε εγκαταλείψει
εσείςείχατε εγκαταλείψει
αυτοί/ές/άείχαν εγκαταλείψει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω εγκαταλείψει
εσύθα έχεις εγκαταλείψει
αυτός/ή/όθα έχει εγκαταλείψει
εμείςθα έχουμε εγκαταλείψει
εσείςθα έχετε εγκαταλείψει
αυτοί/ές/άθα έχουν εγκαταλείψει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύεγκατάλειψε
εσείςεγκαταλείψτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύεγκατέλειπε
εσείςεγκαταλείπετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα εγκαταλείψω
εσύνα εγκαταλείψεις
αυτός/ή/όνα εγκαταλείψει
εμείςνα εγκαταλείψουμε
εσείςνα εγκαταλείψετε
αυτοί/ές/άνα εγκαταλείψουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα εγκαταλείπω
εσύνα εγκαταλείπεις
αυτός/ή/όνα εγκαταλείπει
εμείςνα εγκαταλείπουμε
εσείςνα εγκαταλείπετε
αυτοί/ές/άνα εγκαταλείπουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω εγκαταλείψει
εσύνα έχεις εγκαταλείψει
αυτός/ή/όνα έχει εγκαταλείψει
εμείςνα έχουμε εγκαταλείψει
εσείςνα έχετε εγκαταλείψει
αυτοί/ές/άνα έχουν εγκαταλείψει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

εγκαταλείψει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

εγκαταλείποντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα εγκατέλειπα
εσύθα εγκατέλειπες
αυτός/ή/όθα εγκατέλειπε
εμείςθα εγκαταλείπαμε
εσείςθα εγκαταλείπατε
αυτοί/ές/άθα εγκατέλειπαν